Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Παραδοσιακά Μονοπάτια [#22]

Οι Σφουγγαράδες της Καλύμνου ήταν παγκοσμίως φημισμένοι για το παραδοσιακό τους επάγγελμα που συνεχιζόταν από πατέρα σε υιό και για το οποίο έχουν γίνει αναφορές στην διεθνή τέχνη, όπως ο σύγχρονος κινηματογράφος. Η τολμηρή δραστηριότητα των Σφουγγαράδων συνδύαζε το εξερευνητικό και αλιευτικό δυναμικό των Ελλήνων από τους αρχαίους καιρούς και κατά την Παράδοση, με την κατάδυση η οποία είναι και σήμερα πολύ δημοφιλής άθληση στους Έλληνες άρρενες. Οι πρώτες αναφορές στην ιδιότητα των Σφουγγαράδων έγιναν στα έργα του Ομήρου, αλλά τις συναντάμε και σε μεταγενέστερους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Στις αρχές του 19ου αιώνα άρχισε να ακμάζει η παράδοση των Σφουγγαράδων στα Δωδεκάνησα, κυρίως σε Κάλυμνο και Σύμη - αργότερα επεκτάθηκε σε Πάρο, Ύδρα, Αίγινα, Χαλκιδα και αλλού. Γύρω στα 1800 ονομάζονταν “βουτηχτάδες” και έκαναν γυμνή κατάδυση με σκανδαλόπετρα για γρήγορη βύθιση, το 1860 εμφανίστηκε το σκάφανδρο, η πρώτη στολή κατάδυσης και το 1920 άρχισε η χρήση του αναπνευστικού μηχανισμού Φερνέζ. Το 1970 πλέον καταργήθηκαν αυτές οι μέθοδοι και εφαρμόστηκε το “σύστημα του ναργιλέ”, δηλαδή μια στολή βατραχανθρώπου σε συνδυασμό με αεροσυμπιεστή που παρέχει αέρα.

Τα είδη των σφουγγαριών που αλιεύονταν είναι: το καπάδικο, το αυτί ελέφαντα ή λαγόφυτο ή ψαθούρι ή λαφίνα, ο ματαπάς ή φίνο (ο γνωστος ελληνικός σπόγγος μπάνιου), η τσιμούχα ή δερματώδης σπόγγος και η μελάθη. Η εργασία των σφουγγαράδων περιλαμβάνει την αλίευση, έπειτα την επεξεργασία και τέλος το εμπόριο των σφουγγαριών τους. Την ιδιότητα του σφουγγαρά φέρει και το πλήρωμα του σκάφους που χειρίζεται τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό για την κατάδυση. Τη δεκαετία του 1970 ιδρύθηκε η Κρατική Σχολή Δυτών στην Κάλυμνο, η μοναδική στην Ελλάδα που παρείχε κρατικό επαγγελματικό δίπλωμα σε νέους δύτες. Οπωσδήποτε για τη σπογγαλιεία χρειάζεται πολύ καλή υγεία, φυσική κατάσταση, σωματική αντοχή και θάρρος. Λόγω όμως της σαφούς επικινδυνότητας, που ειδικά με τις παλιές μεθόδους ήταν μεγάλη, και της επικράτησης των βιομηχανικών σπόγγων, η παραδοσιακή αυτή δραστηριότητα έχει σήμερα περιοριστεί δραματικά εώς και εγκαταλειφθεί, τουλάχιστον σε επαγγελματικό επίπεδο.

Η προετοιμασία του απόπλου των σπογγαλιευτικών αποτελούσε μια ιεροτελετία για το νησί. Ονομαζόταν “τα ποκινήματα” και διαρκούσε σχεδόν δύο μήνες, από Φεβρουάριο. Οι καπετάνιοι “τσουρμάριζαν” δηλαδή ναυτολογούσαν το πλήρωμα, “βαθύτες” και “μαζαρολάδες”, δηλαδή να αντέχουν πολλή ώρα, συγκέντρωναν το “κουμπάνι” τους, δηλαδή τις προμήθειες και την τροφοδοσία και ελάμβανε χώρα ο αγιασμός και η επίκληση στον Άγιο Νικόλαο που θεωρείται ο προστάτης των Ελλήνων ναυτών και δυτών. Τον Απρίλιο του 1900 σφουγγαράδες ήταν οι άνδρες που με κίνδυνο της ζωής τους ανακάλυψαν το Ναυάγιο των Αντικυθήρων, έχοντας ξεκινήσει από τη Σύμη και πλέοντας προς τα βόρεια  αφρικανικά παράλια.

Οι στιγμές αναχώρησης των σφουγγαράδων κάθε Απρίλιο συνοδεύονταν από συγκίνηση των οικογενειών τους και ευχές για την καλύτερη δυνατή “ψαριά” στο επτάμηνο ταξίδι τους, που για πολλά νοικοκυριά ήταν βιοποριστικού χαρακτήρα. Ωστόσο στην επιστροφή τους, πολλές μάνες και σύζυγοι υποδέχονταν τους οικείους τους φορώντας μαύρα εκ των προτέρων, θεωρώντας πιθανότερο να έχουν αποβιώσει ή παραλύσει από τη “νόσο των δυτών”. Το παραδοσιακό επάγγελμα του σφουγγαρά χαρακτηριζόταν από σεβασμό απέναντι στη φύση, μέτρο και προσωπική επαγρύπνηση, τόσο από τον ίδιο τον σπογγαλιευτή όσο και από το ναυτικό πλήρωμα του σκάφους του.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 100 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.