Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Πνεύμα Αθανάτων [#86]

Αρκεσίλαος

Ο ιδρυτής της «Σκεπτικής Ακαδημίας» και η Γνωσιοθεωρία του.

 

Ο Αρκεσίλαος ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και εντάσσεται στην Ακαδημία του Πλάτωνος. Γεννήθηκε περί το 315 π.Χ. στην μικρασιατική Αιολίδα στην Πιτάνη, ενώ ο θάνατος του τοποθετείται περί το 241 π.,Χ. Η πλειονότητα των πληροφοριών που μας παραδίδονται σήμερα για τη ζωή και τη διδασκαλία του, προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον Διογένη Λαέρτιο, τον Κικέρωνα και τον Σέξτο Εμπειρικό, ενώ κανένα σύγγραμμα του δεν έχει διασωθεί. Ανήκει στην περίοδο της Ακαδημίας, που λέγεται «Σκεπτική ή Μέση Ακαδημία», της οποίας λέγεται ότι ήταν ιδρυτής, ενώ το 268 π.Χ. διαδέχθηκε τον αρχηγό της αρχαιότερης Ακαδημίας, Κράτητα. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, αρχικά υπήρξε μαθητής του Αυτόλυκου, μαζί με τον οποίο έμεινε για ένα διάστημα στις Σάρδεις. Έπειτα, μετά από ένα διάστημα διαμονής του στη Χίο, μετέβη στην Αθήνα και έγινε μαθητής του Θεόφραστου, ο οποίος ήταν στενός φίλος, συνάδελφος και συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη. Λίγο αργότερα ο Κράντωρ προσέλκυσε τον Αρκεσίλαο στην Ακαδημία, όπου γνώρισε τον Πολέμωνα και τον Κράτητα, οι οποίοι δίδασκαν εκεί και άσκησαν καθοριστική επίδραση στην μετέπειτα φιλοσοφική του κατεύθυνση. Αξιοσημείωτο, δε, είναι ότι ανέφερε για αυτούς ότι του φάνηκαν: «Θεοί τίνες ή λείψανα του χρυσού γένους».

Ο φιλόσοφος φημιζόταν για την ρητορική του ικανότητα και την οξυδέρκεια του, καθώς και για τον ειρωνικό  τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε και σχολίαζε τις καταστάσεις. Μόλις ανέλαβε την Ακαδημία ξεκίνησε την πάλη του κατά του δογματισμού, καθώς πίστευε ότι όφειλε να συνεχίσει την πορεία της ίδρυσης της σχολής, όπως αυτή είχε χαραχτεί από τη σωκρατική φιλοσοφία, τους πλατωνικούς διαλόγους, και ότι προφυλάσσει την επιστήμη από τις προκαταλήψεις.Επηρεασμένος σημαντικά από τον Πύρρωνα, αντί να επιβάλει τις απόψεις του, θεώρησε σωστό να συζητά τις θεωρίες των άλλων, με σκοπό να ξεφύγει από την ιδέα ότι η σοφία δεν είναι η γνώση των πάντων, αλλά η έρευνα και η προσπάθεια της απελευθέρωσης από την πλάνη.

Αμφέβαλλε ότι ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην έγκυρη γνώση, διότι οι Αισθήσεις αποτελούν φορείς αναξιόπιστων πληροφοριών, εφόσον στον κόσμο των αισθήσεων επικρατεί η διαρκής αλλαγή και η ρευστότητα, ενώ στο Νου με τους συλλογισμούς που είναι δυνατό να γίνουν, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί ασφαλή και έγκυρη γνώση. Παραδεχόταν εξ ολοκλήρου τη θεωρία του Πύρρωνα, δίχως καμία απόπειρα να την αλλάξει ή να την μεταβάλλει, αλλά ήταν αποστασιοποιημένος τόσο από τους στωικούς, όσο και από τους περιπατητικούς και τους σκεπτικούς. Ωστόσο, όντας οπαδός της Ακαδημίας, μελέτησε την φιλοσοφία του Πλάτωνα, προσπαθώντας να αποδείξει τις σκεπτικές πλευρές της σωκρατικής διδασκαλίας. Ειδικότερα, ο Σωκράτης υποστήριζε πάντα ότι δεν ξέρει τίποτα, ενώ στις ομιλίες του δεν ισχυριζόταν ποτέ κάτι, κάνοντας τον συνομιλητή του να ισχυρίζεται ο ίδιος. Στη συνέχεια, προέβαινε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και αντιρρήσεις, κάνοντας τον συνομιλητή του να ομολογήσει και ο ίδιος ότι δεν ξέρει τίποτα. Αυτή ήταν μια μέθοδος που συναντάται συχνά στους νεανικούς διαλόγους του Πλάτωνα, και κατά τον Αρκεσίλαο αποτελούσε την έκφραση της σκεπτικιστικής αρχής, σύμφωνα με την οποία μπορούμε να υποστηρίξουμε με αποδείξεις, υπέρ και κατά, οποιονδήποτε ισχυρισμό, ενώ και οι δυο αποδείξεις θα έχουν την ίδια ισχύ.

Κατ’ επέκταση, αρνιόταν τη δυνατότητα μας να διακρίνουμε μια κατανοητή παράσταση από μια άλλη μη κατανοητή. Θεωρούσε ότι ένα πλασματικό αντικείμενο μπορεί να γεννήσει μέσα μας μια εξίσου καθαρή και διακεκριμένη παράσταση όσο και ένα πραγματικό. Συνεπώς, ο σοφός δεν μπορεί να στηριχτεί σε βεβαιότητες, με αποτέλεσμα οι αποφάνσεις του να αποτελούν απλές γνώμες, γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με τις γνωστικές του αξιώσεις. Ο σοφός, λοιπόν, αν παραμένει πιστός στις αρχές του, θα πρέπει να αποφύγει τις κρίσεις και να αναγνωρίζει ότι δεν ξέρει τίποτα.

Την συγκεκριμένη μέθοδο χρησιμοποιούσε και ο Αρκεσίλαος στις συζητήσεις του, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο που το έκανε ο Σωκράτης, με σκοπό να ωθήσει τον συνομιλητή του να σκεφτεί και να καταλήξει ο ίδιος, μόνος του, σε κάποιο συμπέρασμα. Αντίθετα, απώτερος σκοπός του Αρκεσίλαου ήταν να πείσει τον συνομιλητή του να υποστηρίξει τη σκεπτικιστική άποψη. Με αυτό τον τρόπο ο σκεπτικισμός της Ακαδημίας συνδέθηκε με την εριστική και ελεγκτική διαλεκτική των Μεγαρικών φιλοσόφων, όπως την είχε διαμορφώσει ο Διόδωρος.

Παράλληλα, ο Αρκεσίλαος ήταν γνωστός για τη γνωσιοθεωρία του, η οποία όμως ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή του Ζήνωνος του Ελεάτη. Ο φιλόσοφος από την Πιτάνη διαφωνούσε, ακόμα, και με την πεποίθηση των Στωικών φιλοσόφων ότι η αληθινή γνώση στηρίζεται στις αισθήσεις. Σύμφωνα με τη σκέψη τους, πηγή της γνώσης ήταν η αίσθηση. Ωστόσο, τη σωστή γνώση δεν την εξασφαλίζουν όλες οι αισθήσεις, αλλά μόνο οι «καταληπτικές φαντασίες». Η κατάληψη είναι το μέτρο της ορθής γνώσης. Ο Αρκεσίλαος, όμως, αντιδρούσε στην θεωρία αυτή, καθώς υποστήριζε ότι δεν υπάρχει ένα τέτοιο μέτρο για να κρίνουμε αν η γνώση είναι σωστή ή λανθασμένη, δηλαδή αν ανταποκρίνεται σε κάτι υπαρκτό ή ανύπαρκτο. Ακόμη, προσέθετε ότι σε περίπτωση διανοητικών ταραχών, ονείρων ή λανθασμένων πληροφοριών των αισθητηρίων οργάνων, είναι πιθανό η «καταληπτική φαντασία» να φαίνεται ξεκάθαρη και εύληπτη, αλλά στην πραγματικότητα να είναι λανθασμένη. Αυτό είναι κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν μια παράσταση είναι λανθασμένη ή όχι. Επιπλέον, ο Αρκεσίλαος αποφαινόταν ότι υπάρχουν βαθμίδες ανάμεσα στη διαύγεια της γνώσης, αλλά  και στην εγκυρότητα της. Κατά συνέπεια, ασκούσε, διαμέσου της γνωσιοθεωρίας του, κριτική κατά της Στοάς, καθώς θεωρούσε ότι το κριτήριο των Στωικών για τη διαπίστωση της ορθής γνώσης δεν ωφελεί σε τίποτα.

Ωστόσο, όσον αφορά στη θεωρία του περί ηθικής ο φιλόσοφος ήταν λιγότερο απόλυτος στις τοποθετήσεις του. Στηριζόταν στην σωκρατική ηθική, αλλά ταυτόχρονα και στην πλατωνική φιλοσοφία. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που δεν επέδειξε πλήρη αποχή από την πρακτική ζωή, όπως ο Πύρρων.

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι ο Αρκεσίλαος ήταν εκείνος που σηματοδότησε τη στροφή από την Παλαιά στη Μέση Ακαδημία. Αντιδρώντας στον δογματισμό των Στωικών, ξαναγύρισε στους σωκρατικούς διαλεκτικούς τρόπους, προβάλλοντας επιχειρήματα, ενισχύοντας ή αναιρώντας κάθε θέση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει πουθενά. Κατά την άποψη του, η μόνη ορθή στάση ήταν η «εποχή», δηλαδή η αναστολή κάθε οριστικής κρίσης, που αποτελεί μια αξία, όχι όμως την μεγαλύτερη, καθώς ο άνθρωπος είναι ανάγκη να παίρνει μέρος στις πράξεις. Θεωρούσε την επιφύλαξη και την αμφιβολία χαρακτηριστική και επιβαλλόμενη στάση του πραγματικού σοφού, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στο αντίθετο άκρο από τη θεωρία του Ζήνωνα του Ελεάτη. Σε αντίθεση με τον δάσκαλο του, δεν ήταν σκεπτικιστής, καθώς αποδεχόταν αρχές πρακτικής και ηθικής φύσης, των οποίων η καταλληλότητα για τη ζωή έδινε αξία και κύρος στη θεωρητική πιθανότητα πάνω στην οποία θεμελιώνονταν. Η τελευταία αυτή αντίληψη φαίνεται να προσεγγίζει τις νεότερες απόψεις του Πουανκαρέ και της σχολής του, σύμφωνα με τις οποίες η πρακτική καταλληλότητα, δηλαδή το πρόσφορο της εφαρμογής, αποτελεί μοναδικό κριτήριο αποδοχής ενός θεωρητικού σχήματος. Εν κατακλείδι, επειδή ο  Αρκεσίλαος δεν ήθελε να αρκεστεί μονάχα στις αισθήσεις, έθετε ως καθοδηγητές της πράξης την «φρόνηση» και την «ευλογία».

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Πνεύμα Αθανάτων [#85] Πνεύμα Αθανάτων [#87] »

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 71 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.