Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

1η Απριλίου 1955: Ένωσις Ή Θάνατος...

 

Ήταν εκείνη η ανοιξιάτικη πρώτη μέρα του Απρίλη του 1955 που τα όνειρα του Κυπριακού Λαού για λευτεριά και ένωση με τη μητέρα Πατρίδα έπαιρναν σάρκα και οστά. Αιώνες ολόκληρους ο Κυπριακός Ελληνισμός καρτερικά περίμενε αυτή τη μέρα. Γενιές και γενιές γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έσβησαν μέσα στην καταφρόνια της σκλαβιάς και της ατίμωσης. Tο ξημέρωμα της 1ης Απριλίου 1955 ήταν διαφορετικό. Ακούστηκαν πολλές εκρήξεις βομβών σε όλες τις πόλεις , φυλλάδια γέμισαν τους δρόμους καλώντας τους Έλληνες της Κύπρου να ξεσηκωθούν, μαθητές χύθηκαν στους δρόμους με τις γαλανόλευκες. Οι αποικιοκράτες, απορημένοι, αμόλησαν τους χαφιέδες στους δρόμους και στα καφενεία. Μετά από λίγες μέρες οι Άγγλοι ήταν βέβαιοι πως άρχιζε το τέλος της παντοδυναμίας τους. Οι Έλληνες της Κύπρου, παίρνοντας την σκυτάλη από τους προγόνους τους του 1821, απαιτούσαν ελευθερία η θάνατο. Με λιανοτούφεκα, κυνηγετικά και ελάχιστα αυτόματα του 1940 που έφτασαν από την Ελλάδα, τα αμούστακα παιδιά της ΕΟΚΑ έστηναν ενέδρες στους Άγγλους στρατιώτες, προκαλούσαν δολιοφθορές στα στρατόπεδά τους και ενοχλούσαν συνεχώς, με κάθε τρόπο και μέσο, τον αποικιοκράτη δυνάστη. Θέλοντας να καταστείλουν την επανάσταση, οι αφέντες Άγγλοι μετέφεραν στο νησί περισσότερα στρατεύματα, έκτισαν φυλακές και κρατητήρια, ανύψωσαν την αγχόνη με τον φοβερό της βρόγχο. Κι εκεί μέσα στη φυλακή, μεταξύ κελιού και αγχόνης, μεταξύ ζωής και θανάτου, γράφεται μία χρυσή σελίδα του Κυπριακού έπους, μία λάμψη στο πάνθεο των Ελλήνων ηρώων. Η αγχόνη άρχισε να ανατριχιαστικό της έργο, όμως η αποικιακή ηγεσία αντίκρισε με δέος τους καταδικασμένους σε θάνατο αγωνιστές, να προχωρούν προς το ικρίωμα τραγουδώντας ύμνους προς την ελευθερία. Οι απαγχονισθέντες αγωνιστές δεν λιποψύχησαν μπροστά στην αγχόνη, δεν τους επέτρεψε η ελληνική τους περηφάνια να τους σύρουν εκεί οι υποτακτικοί των Άγγλων. Δεν τους λύγισαν τα βασανιστήρια, ούτε οι στερήσεις, δεν τους έκαμψε η ψυχολογική πίεση των βασανιστών τους, δεν δείλιασαν ακούγοντας τη προηγούμενη μέρα το φοβερό ήχο της αγχόνης την ώρα της εκτέλεσης του συντρόφου τους. Εκείνος ο ήχος της θηλιάς, όταν τέντωσε το σχοινί για να πάρει τη ζωή του συμπολεμιστή τους, λύγιζε ακόμη και τ' άψυχα σίδερα, όμως δεν στάθηκε ικανός να λυγίσει τους αντρειωμένους αντάρτες της ΕΟΚΑ. Αμήχανοι οι δήμιοι παρακολουθούν τη λεβεντοσειρά των ηρώων με τη θηλειά στο λαιμό και γρήγορα το εχθρικό μένος τους μεταβάλλεται σε θαυμασμό για τα αμούστακα παλικάρια. Κανένα απ' αυτά τα παλικάρια δεν δείλιασε. Από κανέναν δεν απέσπασαν ούτε μία πληροφορία οι Άγγλοι. Έτσι απλά προτίμησαν το θάνατο από την ατίμωση, την αρετή από την καλοπέραση, τη λεβεντιά από τη δειλία. Έτσι απλά πορευτήκανε μερικά μέτρα από το κελί τους μέχρι την αγχόνη για να μπουν στο πάνθεο των ηρώων και στην αθανασία. Μπορούσαν να προδόσουν τους συναγωνιστές τους, να πάρουν ένα μεγάλο ποσό για αμοιβή και να φύγουν με την οικογένειά τους για την Αγγλία. Όμως η Ελληνική ψυχή τους το απαγόρευε. Και έμειναν στον τόπο της μάχης για να γίνουν ολοκαύτωμα σε υπόγεια κρησφύγετα, για να πέσουν νεκροί, διάτρητοι από σφαίρες σε αγιασμένους από το αίμα τους αχυρώνες. Γνώριζαν καλά πως με τον θάνατό τους θα φωτιζόταν περισσότερο ο ήλιος της δικαιοσύνης, τον οποίον επιθυμούσαν να εγκαταστήσουν πάνω από την πικρή-μικρή πατρίδα. Ξεφτίλισαν τον ίδιο το θάνατο, μεθυσμένοι από το γλυκό κρασί που μόνο οι Έλληνες μπορούν να φτιάχνουν εδώ και αιώνες, όταν η πατρίδα το απαιτεί.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 46 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.