Johann Gottlieb Fichte, ο Ιδεαλιστής πρόδρομος της εθνικιστικής κοσμοθέασης
Ο Johann Gottlieb Fichte ήταν Γερμανός φιλόσοφος ο οποίος γεννήθηκε στην Άνω Λουσατία στις 19 Μαΐου του 1762 και απεβίωσε στις 27 Ιανουαρίου του 1814 στο Βερολίνο. Υπήρξε η ιδρυτική μορφή του φιλοσοφικού κινήματος που έμεινε γνωστό ως Γερμανικός Ιδεαλισμός, ο οποίος αναπτύχθηκε από τα, θεωρητικού και ηθικού περιεχομένου, κείμενα του Immanuel Kant. Η σκέψη του στράφηκε προς την κατεύθυνση του ρομαντικού ιδεαλισμού, ενώ μέσω των φιλοσοφικών του τοποθετήσεων κατόρθωσε να γεφυρώσει τις ιδέες που ανέπτυξε ο Kant, από τον οποίο και εμπνεύστηκε σημαντικά, με τις αντιλήψεις του Γερμανού ιδεαλιστή Hegel. Δίδαξε φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Jena, του Königsberg και της Κοπεγχάγης, καθώς και στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου από το 1810. Η συνεισφορά του ήταν αξιοσημείωτη, εξαιτίας των ενοράσεών του για την φύση της «αυτοσυνείδησης» ή αλλιώς της «αντίληψης του εαυτού», ενώ ασχολήθηκε παράλληλα με το ζήτημα της υποκειμενικότητος και της συνείδησης γενικότερα. Προέβη στην συγγραφή έργων με περιεχόμενο την πολιτική φιλοσοφία, ενώ θεωρείται ένας από τους «πατέρες» της πολιτικής θεωρίας του Εθνικισμού, ιδίως εις ότι αφορά το ζήτημα του, τρόπον τινά, «δικαιώματος» του αυτοπροσδιορισμού.
Πράγματι ο Fichte υπήρξε ένθερμος Εθνικιστής, συμβάλλοντας με το έργο και τον στοχασμό του στην αφύπνιση του γερμανικού λαού από τον γαλλικό ζυγό. Με τον αγώνα του, ο Fichte έχει καταστεί ένα γνήσιο σύμβολο, αλλά και πρόδρομος του γερμανικού εθνικισμού. Προσλαμβάνοντας τα ιστορικά ερεθίσματα της εποχής του, προσπάθησε να διαμορφώσει μια θεμελιώδη «μεγάλη ιδέα» για το γερμανικό έθνος, απέναντι στην στρατηγική ή στρατιωτική διαπερατότητα του γερμανικού χώρου από τους ναπολεόντειους ή τους άλλους στρατούς, και το πράγματι πολύπαθο των γερμανικών εδαφών. Έτσι, εισήγαγε την ιδέα της «υπεροχής», αναφερόμενος σε μια πνευματική υπεροχή, ως το αναγκαίο συστατικό του προτεινόμενου από αυτόν οραματικού ρόλου του έθνους του, που θα βασιζόταν σε μια διαδικασία ενοποίησης. Το κίνημα του Διαφωτισμού είχε επιβάλλει τον κοσμοπολιτισμό στην γερμανική διανόηση του 18ου αιώνα, αλλά το κίνημα του Ρομαντισμού ήρθε να δώσει ώθηση προς μια νέα αναζήτηση ενός κοινού αρχέγονου πνεύματος όλων των γερμανικών λαών, στοχεύοντας συγχρόνως στην καθαγίαση της λαϊκής παράδοσης. Το κίνημα αυτό επέφερε πολλούς καρπούς, φανερώνοντας ότι το μεγαλείο ενός Έθνους έγκειται στον χαρακτήρα και στον λαϊκό πολιτισμό που εκείνο φέρει, στοιχεία άσχετα πολλές φορές από την πολιτική του μοίρα. Ωστόσο η γερμανική διανόηση συνέχιζε να παραμένει ουσιωδώς κοσμοπολίτικη, παρά την αναφορά στις «μεγάλες ρίζες».
Εντούτοις, το αποφασιστικό σημείο που άλλαξε την μοίρα των γερμανικών, και όχι μόνο, πραγμάτων, υπήρξε η μάχη της Ιένας τον Οκτώβριο του 1806, όπου ο Ναπολέων συνέτριψε τους Πρώσους. Επακολούθησε η διάλυση, καθώς από την πλευρά των ηττημένων απωλέσθησαν το Αννόβερο, η Βεστφαλία και η Πολωνία, και αμέσως μετά ήρθε η ταπείνωση. Τότε όμως, ανάμεσα στα ερείπια φάνηκε ένας άνθρωπος που κατόρθωσε να μετατρέψει την ήττα αυτή σε ημέρα γεννήσεως του γερμανικού εθνικισμού και του νέου πνεύματος. Πρόκειται για τον Johann Gottlieb Fichte, ο οποίος τον χειμώνα του επόμενου έτους εκφώνησε στο Βερολίνο, παρουσία και Γάλλων κατασκόπων, τους περίφημους «Λόγους προς το Γερμανικό Έθνος». Πρόκειται για ένα ιστορικό βήμα, καθώς απευθύνθηκε προς το ένα και ενιαίο γερμανικό έθνος, επιβάλλοντας στο κοινό του με αυτόν τον τρόπο την πεποίθηση ότι η Γερμανία είναι μια, ότι πρέπει αυτονόητα να είναι ένα ενιαίο κράτος, και ότι εάν δεν είναι το οφείλει στις ραδιουργίες των εχθρών της, των σκοτεινών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, προέβη στην ενεργό διεκδίκηση των υποκειμενικών δικαιωμάτων του ανθρώπου απέναντι στο κράτος, το οποίο υποστήριζε ότι όφειλε να διανέμει τόσο τα αγαθά, όσο και τις κοινωνικές του δραστηριότητες στον λαό.
Η πολιτική σκέψη του ρομαντικού στοχαστή έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίον θέλησε να σώσει το Γερμανικό Έθνος. Το επίτευγμά του έγκειται στο γεγονός ότι «υποχρέωσε» την γερμανική ελίτ να εγκαταλείψει αμέσως τον κοσμοπολιτισμό της και να αισθανθεί αυτό που είναι, δηλαδή γερμανική, οδηγώντας την έτσι να μιλήσει για την άρρηκτη ενότητα του γερμανικού λαού, για την αρχέγονη εσωτερικότητά του, και την ειδική του αποστολή εντός της ιστορίας, κάτι που κατά τον φιλόσοφο πρέπει να ισχύει για κάθε έθνος. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους πραγματοποιήθηκε βασιζόμενη στις διακηρύξεις του Fichte περί του «Δικαίου του Αίματος», ενώ η άποψή του ότι «Η ζωή του ατόμου δεν υπάρχει, καθότι δεν έχει καμία αξία από μόνη της και πρέπει να βυθιστεί στο τίποτα, ενώ αντίθετα μόνο η Φυλή υπάρχει και μόνο αυτή πρέπει να θεωρείται ότι πραγματικά ζει», είναι πολύ χαρακτηριστική τόσο της κοσμοθέασης, όσο και των πολιτικών του πεποιθήσεων, καθώς μέσα από αυτήν εκφράζει με ιδιαίτερη σαφήνεια την σχέση μεταξύ του ατόμου και της φυλής. Η φυλή είναι η μόνη που ζει αιώνια, ενώ τα άτομα αποτελούν στιγμιαίες εκφάνσεις της που θα παρέλθουν. Αυτό σημαίνει πως το άτομο οφείλει να ζει για την φυλή του και όχι να δρα εγωιστικά, το οφείλει ως ένας αναπόσπαστος κρίκος στην αλυσίδα των γενεών, γεγονός το οποίο αυτομάτως συνεπάγεται την σύνδεσή του με ανώτερες αξίες και ιδανικά, όπως είναι η φιλοπατρία, η γενναιότητα και η αυτοθυσία.
Η ηθική του Fichte
«Ο προορισμός σου δεν είναι απλώς να γνωρίζεις, αλλά να δρας σύμφωνα με αυτό που γνωρίζεις. Να… αυτό που μια φωνή ισχυρή με κάνει να ακούω στο βάθος της ψυχής μου, από τότε που προσηλώνομαι συνεχώς και παρατηρώ τον ίδιο τον εαυτό μου. Καθόλου δεν υπάρχεις για να παρατηρείς και να θεωρείς τον ίδιο τον εαυτό σου χωρίς να δρας, ούτε για να σκέπτεσαι πάνω στα ευσεβή σου αισθήματα, όχι, υπάρχεις για να δρας.»
Ο Fichte ταύτισε την ηθική τάξη της πραγματικότητας με μια απρόσωπη θεότητα, με συνέπεια την επικράτηση του λόγου επάνω στα ένστικτα. Όταν αρνούμαστε την ύπαρξη κάθε πραγματικότητος, εκτός από αυτήν που είναι άμεσα (σαν πνεύμα) ο εαυτός μας, τότε μπορούμε να προσεγγίσουμε με εκπληκτική ομοιότητα στην γνώση για την αληθινή αρχή της ζωής και τα βασικά γνωρίσματα της έννοιας του Θεού. Ο Γερμανός στοχαστής υποστηρίζει πως «Το ποια φιλοσοφία ασπάζεται ένας άνθρωπος, εξαρτάται από το είδος του ανθρώπου». Αυτό δεν σημαίνει η φιλοσοφία είναι αποτέλεσμα της ατομικής φύσης του ανθρώπου, ή ότι ο άνθρωπος διαλέγει την φιλοσοφία με βάση την ιδιοσυγκρασία του. Αντιθέτως, σημαίνει ότι υπάρχει μόνο μία αληθινή φιλοσοφία, συγκεκριμένα αυτή που συμφωνεί με τον ηθικό λόγο. Συνεπώς, ο άνθρωπος, επιλέγοντας την φιλοσοφία του φανερώνει τον χαρακτήρα του.
Ο ηθικός νόμος κυβερνά την βούληση, όσο και τον σκεπτόμενο νου (νόηση) και επομένως υπαγορεύει την αληθινή φιλοσοφία. Δεν είναι απλά και μόνο θέμα επιστήμης, αλλά επίσης, και μάλιστα πρωτίστως, θέμα συνείδησης όταν ο άνθρωπος αποφασίζει για την ανώτατη αρχή της φιλοσοφίας του. Μόνο υπακούοντας στον ηθικό νόμο και στην επιταγή του ηθικού λόγου, μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στην θεώρηση της αλήθειας και να γίνει πραγματικά ελεύθερος. Μερικοί άνθρωποι κρίνοντας τις καταστάσεις μόνο από το άμεσο και περιορισμένο περιβάλλον τους, τις πρόσκαιρες συνθήκες και το επιβεβλημένο δόγμα (πολιτικό ή θρησκευτικό), δεν αντιλαμβάνονται σφαιρικά την υπάρχουσα κατάσταση. Φυσικά αυτό ήταν και το ζητούμενο της παντοδύναμης και ανελέητης Νέας Τάξης, η οποία έχει πάρει τις τύχες του κόσμου στα χέρια της εδώ και αιώνες, ελέγχοντας τα βασικά ένστικτα των πληθυσμών και αποφεύγοντας οποιαδήποτε αντίδραση κατάλληλα καμουφλαρισμένη πίσω από πολιτεύματα και ιερατεία.
Μέτωπο Νεολαίας – Τομέας Ιδεολογίας














