Παρασκευή, 01 Μαρτίου 2019

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη - 2ος κύκλος [#86]

Ομηρικός Ύμνος στον Διόνυσο

 

Για τον Διόνυσο, το γιο της ξακουστής Σεμέλης,

ύμνο θα πω, πως φάνηκε στου πόντου πλάι την άμμο

σε μια προεξοχή όμοιος με ένα νεαρό άνδρα.

Ανέμιζαν τα όμορφα ολόμαυρα μαλλιά του.

στους γερούς ώμους του είχε ένδυμα πορφυρένιο.

Γοργά πρόβαλαν πειρατές από ένα στέριο πλοίο

Τυρρηνοί στον οίνοπα πόντο επάνω.

κακή μοίρα τους έφερε. μόλις αυτοί τον είδαν,

τις ματιές τους αντάλλαξαν, πήδησαν από το πλοίο,

τον έπιασαν, τον έβαλαν σε αυτό χαρά γεμάτοι.

Βασιλιάδων διότρεφτων γιός έλεγαν πως είναι

κι ήθελαν χειροπόδαρα αυτόν να σφιχτοδέσουν.

Δεν θα τον κρατούσαν τα δεσμά. αλλά από χέρια, πόδια

ξελύνονταν οι λυγαριές και γελαστός καθόταν

με ολόμαυρα τα μάτια του. το ένιωσε ο τιμονιέρης,

μίλησε στους συντρόφους του και αυτά τα λόγια είπε :

«Κακόμοιροι, τι πιάσατε και δένετε μεγάλο

θεό ; Το καλοσκάρωτο πλοίο δεν θα μπορέσει

να τον μεταφέρει. Είναι Δίας ή Ποσειδώνας

ή αργυρότοξος Φοίβος. Με τους θνητούς δεν μοιάζει,

μα με θεούς που Όλυμπο έχουν σαν κατοικία.

Εμπρός ας τον αφήσουμε πια στην στεριά τη μαύρη.

τα χέρια μην απλώνετε, μήπως αυτός θυμώσει,

τρανούς ανέμους σηκώσει, μεγάλη καταιγίδα».

Είπε. με μίσος μίλησε ο αρχηγός του πλοίου :

«Βλέπει τον άνεμο, τράβα του πλοίου το κατάρτι,

πάρε όλα τα σύνεργα. θα τον νοιαστούν οι ναύτες.

Θα πάει, λέω, στην Αίγυπτο ή στους Υπερβόρειους,

στην Κύπρο ή πιο μακριά. Θα μας μιλήσει πάντως

για φίλους, για τα αγαθά του, για αδέρφια. θεός κάποιος

στα χέρια μας τον έριξε σκόπιμα δίχως άλλο».

Είπε. του πλοίου τα πανιά τράβηξε, το κατάρτι.

Άνεμος τότε φύσηξε στου καταρτιού το κέντρο.

και άπλωσαν τα σύνεργα. γοργά είδαν το θαύμα.

Γλυκόπιοτο ευωδιαστό κρασί και κελάρυζε στο πλοίο

το μαύρο το γοργό, οσμή αμέσως απλωνόταν

αθάνατη. βλέποντας τα θαύμασαν όλοι οι ναύτες.

Στην κορυφή του καταρτιού ξεπετάχθηκε κλήμα

και από παντού κρέμονταν πολλά τσαμπιά σταφύλια.

τυλιγόταν μαύρος κισσός γύρω από το κατάρτι

άνθη γεμάτος. πρόβαλε καρπός χαριτωμένος.

στεφάνια είχαν οι σκαρμοί. αυτοί όταν το είδαν,

στον τιμονιέρη έλεγαν το πλοίο τους να αράξει.

στην άκρη του πλοίου αυτός τότε έγινε λιοντάρι

φοβερό. τρανά βρυχιόταν. καταμεσής αρκούδα

μια πυκνόμαλλη έκανε σημάδια δείχνοντας τους.

με ορμή στήθηκε η αρκούδα στην άκρη το λιοντάρι

λοξοκοιτούσε φοβερά. όλοι πήγαν στην πρύμνη

γύρω στον τιμονιέρη τους το μυαλωμένο τότε

και τρομαγμένοι στάθηκαν. ορμώντας το λιοντάρι

τον αρχηγό τους έπιασε. πάσχισαν να γλιτώσουν

οι ναύτες από το θάνατο. πήδησαν, μόλις είδαν,

και δελφίνια έγιναν πια. τον πλοίαρχο κρατώντας

από λύπη τον έκανε ευτυχισμένο και είπε:

«Κουράγιο έχε, άξιε, αρεστέ της ψυχής μου.

ο βαρύβροντος Διόνυσος, της Καδμείας Σεμέλης

και του Δία που έσμιγε με εκείνη τέκνο είμαι»

 

*Ο πίνακας «Η νεότητα του Βάκχου» φιλοτεχνήθηκε από τον William - Adolphe Bouguereau το 1884 και ανήκει στο ρεύμα του νεοκλασικισμού.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 68 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.