Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Α' Μέρος - Θουκιδίδης

Ο «πατέρας» του πολιτικού ρεαλισμού.

Ο αρχαίος Έλληνας Θουκυδίδης υπήρξε ο πρώτος χρονογραφικά κριτικός, ιστοριογράφος και σημαντικός αττικός πεζογράφος της αρχαιότητας. Έμεινε γνωστός, κυρίως, για την συγγραφή της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, που διεξήχθη μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης,  ενός κλασικού ιστορικού έργου, το πρώτο στο είδος του, με την αφήγηση των γεγονότων να διέπεται από απόλυτη τεκμηρίωση.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι το έργο του Θουκυδίδη άσκησε μεγάλη επιρροή σε πλήθος ιστορικών, ενώ πολλοί πολιτικοί επιστήμονες συνεχίζουν την μελέτη του ακόμη και σήμερα. Θεωρείται ο «πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού», καθώς ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε αμερόληπτα την κριτική στην ιστορική έρευνα, αναζητώντας τις αιτίες πίσω από όλα τα ιστορικά στοιχεία που απασχόλησαν το έργο του.

Τα στοιχεία που μας παραδίδονται για την ζωή και την δράση του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από ελάχιστα έως πενιχρά, καθώς κύρια πηγή πληροφοριών αποτελούν μονάχα κάποιες αναφορές του ίδιου του συγγραφέα μέσα από το έργο του, καθώς και κάποιες μεταγενέστερες πηγές, όπως είναι οι «Βίοι» και το σχετικό λήμμα στο «Λεξικό της Σούδας».

Γεννήθηκε στον δήμο Αλιμούντος περί το 470 π.Χ. και ήταν πολιτογραφημένος Αθηναίος. Η παράδοση μας πληροφορεί ότι πατέρας του ήταν ο Ολάρος,ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από την Θάσο, ο οποίος ήταν απόγονος του βασιλέα της Θράκης, Ολόρου, του οποίου την κόρη, που ονομαζόταν Ηγησιπόλη, είχε νυμφευτεί ο Μαραθωνομάχος πολιτικός και στρατηγός Μιλτιάδης. Ακόμη, λέγεται ότι ο Θουκυδίδης είχε συγγένεια με τους Πεισιστράτιδες, καθώς και ότι είχε μια θυγατέρα και έναν γιο, τον Τιμόθεο.

Η πλούσια οικονομική κατάσταση του πατέρα του τον διευκόλυνε σημαντικά, ώστε να λάβει άρτια παιδεία και αγωγή, μαθητεύοντας στο πλευρό του φιλοσόφου Αναξαγόρα και του ρήτορα Αντιφώντα, του οποίου την αρετή εξήρε στα συγγράμματα του. Στην γνώση και στην πνευματική του διαμόρφωση επέδρασε πλήθος σοφών, που συνέρρεε την εποχή εκείνη στην πόλη των Αθηνών, με την διάνοια του να διαμορφώνεται καθοριστικά από την Αθήνα του Αναξαγόρα, του Αντιφώντα και του Περικλή. Την Αθήνα, που ο ίδιος ονόμαζε «Ελλάδος παίδευσιν».

Παρά την ολιγαρχική και συντηρητική του καταγωγή, ο Θουκυδίδης ήταν διαποτισμένος από τις δημοκρατικές παραδόσεις. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι σε επίπεδο πολιτικής έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον Περικλή, επιδοκιμάζοντας την εξουσία που είχε στο λαό, παρόλο που αποστρεφόταν τους λαϊκιστές δημαγωγούς που τον διαδέχτηκαν. Δεν ήταν υπέρμαχος της ριζικής δημοκρατίας που προωθούσε ο Περικλής, αλλά θεωρούσε ότι ήταν αποδεκτή όταν λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση ενός ικανού ηγέτη.

Κατά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου υπολογίζεται ότι ο Θουκυδίδης ήταν μεταξύ 25 - 30 ετών περίπου, ενώ υπάρχει και μια εκδοχή σύμφωνα με την οποία προσεβλήθη και ο ίδιος από την φοβερή επιδημία που έπληξε την πόλη των Αθηνών το διάστημα 430 π.Χ. - 427 π.Χ., με αποτέλεσμα την εξόντωση του ενός τετάρτου του πληθυσμού της, μεταξύ του οποίου ήταν και ο Περικλής. Ωστόσο, οΘουκυδίδης επέζησε για να τον καταγράψει σε όλη του την δραματικότητα λίγο αργότερα στο έργο του.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές το 424 π.Χ. εκλέχτηκε στρατηγός, αναλαμβάνοντας την διοίκηση επτά πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, με στόχο την ανακοπή της προελάσεως του Σπαρτιάτη Βρασίδα, ο οποίος πολιορκούσε την Αμφίπολη, μια παραλιακή πόλη της Μακεδονίας στα δυτικά της Θάσου, η οποία έχαιρε ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την Αθηναϊκή Συμμαχία λόγω της ναυπηγήσιμης ξυλείας που προσέφερε η περιοχή, ευρισκόμενη παράλληλα κοντά στα χρυσωρυχεία του Παγγαίου.

Η εκλογή του Θουκυδίδη, εντούτοις, δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθώς ο αρχαίος  κόσμος θεωρούσε ότι μπορούσε να ασκήσει σημαντική επιρροή, επειδή ήταν γνωστός στην περιοχή της Σκαπτής Ύλης, δεδομένου ότι ήταν ιδιοκτήτης μεταλλείων χρυσού. Ωστόσο, πληροφορίες παραδίδουν ότι δεν πρόλαβε να βοηθήσει τους πολιορκούμενους, γιατί ο Βρασίδας πρότεινε ευνοϊκούς όρους παράδοσης, τους οποίους δέχθηκαν πριν φθάσει ο Θουκυδίδης. Το αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθεί για προδοσία και να καταδικαστεί με εις θάνατον ποινή, αλλά εκείνος κατόρθωσε να διαφύγει την εκτέλεση αυτοεξοριζόμενος, εγκαταλείποντας την πατρίδα του για είκοσι έτη.

Στο σημείο αυτό, όμως, αξίζει να επισημανθεί ότι η φυγή του αυτή ωφέλησε τελικά την ιστορία των γραμμάτων, καθώς η εξορία του εξασφάλισε χρόνο για να περιηγηθεί σε τόπους που είχαν μετατραπεί σε σκηνή πολέμου, μελετώντας τα γεγονότα προσεκτικά και απερίσπαστος. Έτσι, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη συγγραφή της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ  για την συλλογή στοιχείων επισκέφθηκε τόπους μαχών και πλήθος ελληνικών πόλεων. Ωστόσο, δεν περιόριζε την αντικειμενικότητα του μόνο στα γεγονότα που είχε βιώσει ο ίδιος και τα οποία ήταν δυνατόν να ελέγξει, αλλά αντλούσε στοιχεία από προγενέστερους του, αφού πρώτα προέβαινε στην εξαντλητική τους διασταύρωση.

Από την εναργή αφήγηση των γεγονότων στα  έργα του, φαίνεται πολύ πιθανό να είχε επισκεφτεί τελικά την Ιταλία, και συγκεκριμένα την Σικελία, κατά την διάρκεια της ατυχούς εκστρατείας των Αθηναίων. Επίσης, ο Θουκυδίδης είχε παραμείνει για αρκετό καιρό κοντά στον φιλόμουσο βασιλιά της Μακεδονίας  Αρχέλαο, ενώ αργότερα μετέβη στην Σκαπτήν Ύλη, όπου συνέγραψε το έργο του, αποβιώνοντας κάποια στιγμή τελείως απροσδόκητα, όπως άλλωστε μαρτυρεί το έργο του, που τελειώνει εντελώς ξαφνικά. Ωστόσο, ορισμένοι υποθέτουν ότι δολοφονήθηκε στην Θράκη ή στην Αθήνα μετά την επιστροφή του από την εξορία. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην πόλη των Αθηνών και ετάφησαν στα «Κιμώνεια Μνήματα».

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 45 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.