Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#93]

Γ’ Μέρος

Η Σικελική Εκστρατεία και το τέλος της εμφύλιας διαμάχης.

Έπειτα από την αποτυχία αυτή, οι δυο στρατηγοί, αντιλαμβανόμενοι την απελπισία, αλλά και την αρνητικότητα που επιδείκνυαν τα στρατεύματα τους την συγκεκριμένη στιγμή, προσπάθησαν να πείσουν τον Νικία να διατάξει υποχώρηση και λύση της πολιορκίας. Αν και ο Νικίας στην αρχή υπήρξε ανένδοτος, τελικά πείστηκε. Ωστόσο, η υποχώρηση καθυστέρησε λόγω έκλειψης της σελήνης, γεγονός που την εποχή εκείνη θεωρείτο κακός οιωνός.

Η αποχώρηση των Αθηναίων, η εγκατάλειψη των τραυματισμένων συμπολεμιστών τους στο στρατόπεδο, η αγωνία τους για το αν θα κατάφερναν να ξεφύγουν από τους εχθρούς, η δίψα που τους ταλαιπωρούσε και που συνέβαλε στο να σφαγιαστούν στα νερά του ποταμού Ασσίναρου, αλλά κυρίως η φυλάκιση των επιζώντων αιχμαλώτων στα ορυχεία της Αχραδινής, ήταν η κατάσταση που επικρατούσε.

Έτσι, ο Νικίας και ο Δημοσθένης καταδικάστηκαν σε ποινή θανάτου, η οποία επεβλήθη από τους Συρακούσιους. Στην ουσία η νίκη των Συρακουσών οφειλόταν στην ευφυΐα του στρατηγού Γύλιππου και όχι στην αριθμητική τους υπεροχή.

Πράγματι, η αποτυχία της Σικελικής Εκστρατείας αποτελούσε ένα καταστροφικό γεγονός για την Αθήνα, καθώς το άνθος του Αθηναϊκού Στρατού εξοντώθηκε, είτε στις μάχες και τις ναυμαχίες, είτε στα λατομεία, ενώ ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε τόσο, ώστε θεωρήθηκε επιβεβλημένη η ανάγκη να ανατεθεί η διακυβέρνηση της πόλης σε ένα μικρότερο σώμα, τους δέκα Προβούλους, οι οποίοι αντικατέστησαν την Βουλή των Πεντακοσίων.

Επιπρόσθετα, οι Αθηναίοι ήταν κατεστραμμένοι οικονομικά, ενώ οι αποστολές σίτου από την Εύβοια έπρεπε να περιπλέουν στο Σούνιο, για να αποφύγουν τους Σπαρτιάτες της Δεκέλειας. Παράλληλα, στην Δεκέλεια είχαν καταφύγει δραπέτες δούλοι από τα μεταλλεία του Λαυρίου, με αποτέλεσμα αυτά να κλείσουν και να μην υπάρχει πλέον η δυνατότητα κοπής νομισμάτων. Παρόλα αυτά, οι Αθηναίοι κατόρθωσαν να ναυπηγήσουν καινούριο στόλο και μάλιστα να τον εξοπλίσουν, με την χρήση του αποθεματικού των χιλίων ταλάντων.

Σε συνέχεια των γεγονότων αυτών, μια ακόμη δυσάρεστη εξέλιξη έλαβε χώρα, καθώς οι σύμμαχοι των Αθηναίων, μετά την συντριβή των τελευταίων στην Σικελία, αποστάτησαν παρακινούμενοι από την Σπάρτη. Εν των μεταξύ, οι Πέρσες σατράπες Φαρνάβαζος της Φρυγίας και Τισσαφέρνης των Σάρδεων, θεώρησαν ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αρπάξουν από την Αθήνα τις κτήσεις της στην Ιωνία και ταυτόχρονα τους συμμάχους της. Για να πετύχουν τον σκοπό τους προσεταιρίστηκαν την Σπάρτη, η οποία παραδόξως συμφώνησε στην σύναψη συνθήκης το 421 π.Χ., πιθανότατα για να λάβει μόνο και μόνο την οικονομική ενίσχυση από την Περσία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση της ήταν πολύτιμη για την συνέχιση του πολέμου. Αργότερα, ωστόσο, θα κατάφερνε να απελευθερώσει τις ιωνικές πόλεις από την περσική δύναμη. Όπως ήταν φυσικό επόμενο, η συνθήκη αυτή άνοιξε τον δρόμο στον Πέρση βασιλιά να αναμειχθεί στις υποθέσεις της Ελλάδας και να την «κατακτήσει» με τον χρυσό του.

Στα τέλη του 411 π.Χ. η Αθήνα διατηρούσε τις κτήσεις της στον Ελλήσποντο και το βορειοανατολικό Αιγαίο, ενώ ως σύμμαχοι της παρέμεναν η Λέσβος, η Σάμος, η Κως και η Αλικαρνασσός. Την ίδια στιγμή ο Αλκιβιάδης βρισκόταν στην Μίλητο, με σκοπό να προσεταιριστεί τον Τισσαφέρνη και να προετοιμάσει την επιστροφή του στην πόλη των Αθηνών. Η φιλική διαμονή του στην Σπάρτη είχε λήξει άδοξα, λόγω του ότι υπήρχαν υπόνοιες ότι διατηρούσε σχέσεις με την σύζυγο του Άγι. Εντούτοις, ο Αλκιβιάδης είχε πείσει προηγουμένως τους Σπαρτιάτες πως για να καταλύσουν την ναυτική ηγεμονία της Αθήνας, θα έπρεπε να ναυπηγήσουν στόλο το συντομότερο δυνατό. Έτσι, ναυπηγήθηκε ένας στόλος από εκατό τριήρεις, ο οποίος συντηρείτο με τα χρήματα της Περσίας.

Στην Αθήνα είναι γεγονός ότι επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση, αλλά και αγανάκτηση, κυρίως μεταξύ των πλουσίων, οι οποίοι είχαν επωμιστεί το βάρος των πολεμικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, μια ομάδα συνωμοτών, την ηγεσία των οποίων αποτελούσαν οι Φρύνιχος, Αντιφών και Θηραμένης, μεθόδευαν την αλλαγή του πολιτεύματος. Ο Θηραμένης είχε εμπνευσθεί ένα πολίτευμα, το οποίο θα συνδύαζε την ολιγαρχία με την δημοκρατία. Εν συνεχεία, την άνοιξη του 411 π.Χ., οι ολιγαρχικοί συγκάλεσαν την Εκκλησία του Δήμου εκτός των τειχών, στον λόφο του Κολωνού, όπου αποφάσισαν, πιθανότατα μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, την κατάργηση του μέτρου «γραφή των παρανόμων» και την ψήφιση δυο σωμάτων, ενός σώματος πέντε χιλιάδων  πολιτών, οι οποίοι θα λάμβαναν αποφάσεις για τα θέματα της πόλης, και μιας Βουλής των 400 μελών, κυρίως ολιγαρχικών.

Ο στόλος, εντούτοις, που βρισκόταν στην Σάμο είχε αντίθετη άποψη ως προς τα τεκταινόμενα στην Αθήνα. Τα αθηναϊκά πληρώματα ορκίστηκαν να σεβαστούν την δημοκρατία, εξέλεξαν νέους στρατηγούς τον Θρασύβουλο και τον Θράσυλλο και ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη. Μάλιστα, επρόκειτο να αναχωρήσουν για την Αθήνα, αλλά ο Αλκιβιάδης τους συγκράτησε, καθώς δεν ήταν δυνατόν να εγκαταλείψουν την Σάμο, το μοναδικό λιμάνι υπό αθηναϊκό έλεγχο, στα χέρια των Περσών και των Λακεδαιμονίων.

Τελικά, όμως, ο φόβος για τυχόν επίθεση του Σπαρτιάτη Αγησανδρίδα και του στόλου του στο λιμάνι του Πειραιά, ανάγκασε τους Αθηναίους να καταλύσουν την Βουλή των 400, παραδίδοντας την εξουσία στους «Πεντακισχιλίους». Ο Αγησανδρίδας,  ωστόσο, δεν είχε στόχο τον Πειραιά, αλλά την Εύβοια, την οποία και έθεσε υπό την σπαρτιατική κυριαρχία, πλήττοντας καίρια την οικονομία της Αθήνας.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Δικαίαρχος Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#94] »

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 67 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.