Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#88]

Δ’ Μέρος

Τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Εν συνεχεία, το θέρος του 426 π.Χ., οι Αθηναίοι, παρά την ήττα τους από τους Αιτωλούς, κατόρθωσαν τελικά να κυριαρχήσουν στην δυτική Ελλάδα. Οι Αμβρακιώτες δε, επιτέθηκαν στο Αμφιλοχικό Άργος, αλλά κατάφεραν να κυριεύσουν μόνο τις γειτονικές Όλπες. Επιπλέον, οι Ακαρνάνες, παλαιοί εχθροί των Αμβρακιωτών, ειδοποίησαν τον Αθηναίο στρατηγό Δημοσθένη, ενώ ταυτόχρονα επιτηρούσαν τους Σπαρτιάτες, μήπως αποπειραθούν να ενωθούν με τους συμμάχους τους. Ωστόσο, οι Σπαρτιάτες με στρατηγό τον Ευρύλοχο και τρεις χιλιάδες οπλίτες, φτάνοντας νύχτα στην περιοχή των Ολπών, έπειτα από μια νικηφόρα προέλαση στην Λοκρίδα, κατάφεραν να διαφύγουν της προσοχής των Ακαρνάνων και να ενωθούν με τα συμμαχικά τους στρατεύματα.

Σε πολύ λίγο κατέφθασε και ο Δημοσθένης με εξήντα Αθηναίους τοξότες και διακόσιους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, καθώς και είκοσι αθηναϊκές τριήρεις. Έπειτα από πέντε ημέρες, οι δυο στρατοί παρατάχθηκαν για μάχη. Ο Δημοσθένης, διαπιστώνοντας ότι ο κίνδυνος υπερφαλάγγισης του από τους πολυπληθέστερους Σπαρτιάτες ήταν αυξημένος, διέταξε τετρακόσιους Ακαρνάνες ψιλούς να κρυφτούν και να επιτεθούν με την έναρξη της μάχης. Το δεξιό κέρας αποτελείτο από τους Αθηναίους και τους Μεσσήνιους, ενώ το αριστερό από τους Ακαρνάνες και τους Αμφιλόχιους ακοντιστές. Παράλληλα, απέναντι από τους Αθηναίους και τους Μεσσήνιους είχαν παραταχθεί οι Σπαρτιάτες με τον Ευρύλοχο, έπειτα οι Μαντινείς, ενώ στο κέντρο και στο δεξιό κέρας οι Αμβρακιώτες και οι λοιποί Πελοποννήσιοι.

Μόλις η μάχη άρχισε, οι κρυμμένοι Ακαρνάνες επιτέθηκαν κατά των Σπαρτιατών του Ευρυλόχου και τους έτρεψαν σε φυγή, δημιουργώντας πανικό και στην υπόλοιπη παράταξη. Σε αντίθεση, οι Αμβρακιώτες κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους αντιπάλους τους, αλλά επιστρέφοντας από την καταδίωξη, κατάφεραν να σωθούν στο οχυρό τους με μεγάλη δυσκολία.

Όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, οι απώλειες ήταν πολλές γιατί η αποχώρηση έγινε ατάκτως. Πιο συγκεκριμένα, από τους τρεις Σπαρτιάτες στρατηγούς έχασαν την ζωή τους οι δυο, με αποτέλεσμα ο τρίτος να ζητήσει αναγκαστικά ανακωχή για να θάψει τους νεκρούς της μάχης, αναγνωρίζοντας έτσι την ήττα. Μάλιστα, λέγεται ότι συνήψε μυστικά συμφωνία μαζί με τους Μαντινείς και τους Πελοποννήσιους συμμάχους του, με τον Δημοσθένη, ώστε να φύγουν κρυφά. Ωστόσο, αποχωρώντας από το οχυρό των Αμβρακιωτών, οι φρουροί αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και άρχισαν την καταδίωξη των συμμάχων τους, με σκοπό να τους επαναφέρουν.

Οι Ακαρνάνες, παραλλήλως, επιτίθεντο κατά του οχυρού. Στην σύγχυση, όμως, που επικράτησε κατά την αποχώρηση των Πελοποννησίων και την επίθεση των Ακαρνάνων, σκοτώθηκαν πολλοί και από τα δυο αντιμαχόμενα στρατεύματα. Στην συνέχεια ο Δημοσθένης αποφάσισε να επιτεθεί κατά των Αμβρακιωτών, οι οποίοι είχαν σπεύσει να συνδράμουν τους συμπολεμιστές τους. Έπειτα από την νίκη που πέτυχε, έστησε τρόπαιο νίκης και επέστρεψε στην Αθήνα υπερήφανα. Ακολούθως, οι Ακαρνάνες και οι Αμβρακιώτες συνήψαν εκατονταετή συνθήκη, συμφωνώντας να μην πολεμήσουν ποτέ ξανά μεταξύ τους, αλλά απλώς να ακολουθούν τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες και Αθηναίους.

Στο σημείο αυτό, δε, αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από την δυσκολία της επιβολής της Σπάρτης στην δυτική Ελλάδα και την κατάληψη των Πλαταιών, το σημαντικότερο γεγονός του «Αρχιδάμειου Πολέμου» ήταν η κατάληψη της Πύλου από τους Αθηναίους, στην δυτική Μεσσηνία.  Ειδικότερα, η σημασία του γεγονός έγκειται στο γεγονός ότι η Πύλος ήταν περιοχή στρατηγικής σημασίας, αν και ακατοίκητη τότε, αλλά και γιατί παραδόθηκε η σπαρτιατική φρουρά της Σφακτηρίας. Αποδοχή της ήττας από τους Σπαρτιάτες είχε συμβεί ακόμη και σε πρόσφατες μάχες, αλλά παράδοση ποτέ. Ο αθηναϊκός στόλος, ο οποίος έπλεε προς την Ιταλία, αναγκάστηκε λόγω κακοκαιρίας να προσορμισθεί στην Πύλο. Επειδή ο καιρός, όμως, αργούσε να βελτιωθεί, ο στρατηγός Δημοσθένης ανάθεσε στους άνδρες του να τειχίσουν το ακρωτήριο Κορυφάσιο, το οποίο ελέγχει το βόρειο στενό πέρασμα του κόλπου της Πύλου.

Ακολούθως, ο νεαρός βασιλιάς της σπαρτιατικής πόλης – κράτους, Άγις, που εν τω μεταξύ είχε εισβάλλει στην Αττική, επέστρεψε εσπευσμένα. Εν συνεχεία, ο αθηναϊκός στόλος απέπλευσε για την Ιταλία και παρέμεινε ο Δημοσθένης με πέντε μόνο τριήρεις, για να προστατεύσει το οχυρό. Πολύ σύντομα κατέφθασαν και οι Σπαρτιατικές δυνάμεις, με στόχο να αποτρέψουν απόβαση νέων αθηναϊκών δυνάμεων στην περιοχή. Οι Σπαρτιάτες πιθανολογείται ότι στρατοπέδευσαν στην νότια πλευρά του αμμουδερού όρμου της Βουφράδος. Έτσι, ο Δημοσθένης βρέθηκε περικυκλωμένος από ξηρά και θάλασσα, καθώς ο πελοποννησιακός στόλος, σπεύδοντας από την Κέρκυρα όπου βρισκόταν και διαφεύγοντας της προσοχής του απερχόμενου αθηναϊκού, κατέπλευσε στην Πύλο.

Ως εκ τούτου, ο Ευρυμέδοντας αναγκάστηκε να επιστρέψει. Προκειμένου να αποκλείσουν την πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν οι Αθηναίοι την Σφακτηρία ως στρατιωτική βάση, οι Σπαρτιάτες αποβίβασαν στο νησί μια δύναμη τετρακοσίων είκοσι Σπαρτιατών, υπό τον Επιτάδα. Ο Δημοσθένης, όμως, οργάνωσε την άμυνα του Κορυφασίου και η σπαρτιατική επίθεση αποκρούστηκε επιτυχώς. Ο αθηναϊκός στόλος έφτασε εγκαίρως και ο Ευρυμέδοντας, βλέποντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή, αποφάσισε να εισέλθει στο λιμάνι προκειμένου να ναυμαχήσει. Ωστόσο, για να αποφύγουν το ενδεχόμενο διαφυγής των Σπαρτιατών, οι αθηναϊκές τριήρεις εισέπλευσαν και από τα δυο στενά περάσματα, συλλαμβάνοντας ταυτοχρόνως και όσα σπαρτιατικά πλοία επιχειρούσαν έξοδο.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 93 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.