Πέμπτη, 02 Αυγούστου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#85]

Α’ Μέρος

Τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Η έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων τοποθετείται τον Μάρτιο του 431 π.Χ., με την επίθεση των Θηβαίων κατά των Πλαταιών. Έπειτα από πρόσκληση της ολιγαρχικής παράταξης, μια θηβαϊκή δύναμη τριακοσίων οπλιτών εισβάλει στην πόλη μια νύχτα βροχερή.

Εντούτοις, οι Θηβαίοι, αντί να σκοτώσουν αμέσως όσους πρόσκεινται στην δημοκρατική παράταξη, καλούν τους κατοίκους της πόλης να  ενταχθούν στην βοιωτική συμμαχία. Οι Πλαταιείς από την πλευρά τους, φοβούμενοι ότι η πόλη τους είχε καταληφθεί, συμφώνησαν αμέσως, αλλά σύντομα διαπίστωσαν ότι η δύναμη των Θηβαίων, μπορούσε εύκολα να αντιμετωπιστεί, καθώς ουσιαστικά επρόκειτο για μια προφυλακή του κυρίως στρατεύματος, το οποίο είχε καθυστερήσει να φθάσει εξαιτίας της βροχής.

Έτσι, με άκρα μυστικότητα οργάνωσαν αμέσως την αντεπίθεση τους. Γκρέμισαν τους μεσότοιχους των σπιτιών τους, με σκοπό να μην γίνονται αντιληπτές οι κινήσεις τους, και αφού έστησαν οδοφράγματα επιτέθηκαν κατά των Θηβαίων, καταφέρνοντας έτσι να τους αιφνιδιάσουν και να τους θέσουν, ταχέως, υπό τον έλεγχο τους. Εκείνοι που κατάφερα να σωθούν ήταν ελάχιστοι, ενώ εκατόν ογδόντα περίπου από αυτούς βρήκαν καταφύγιο σε ένα μεγάλο κτίριο, με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία τους. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, οι αιχμάλωτοι αυτοί καταδικάστηκαν σε θάνατο, γεγονός που αποδεικνύει την μεγάλη αντιπάθεια που υπέβοσκε ανάμεσα στις δυο αυτές γειτονικές πόλεις.

Στην πραγματικότητα, όμως, η επίθεση αυτή επιτάχυνε την έκρηξη του πολέμου. Δυο μήνες αργότερα, ο βασιλιάς Αρχίδαμος, όντας επικεφαλής των δυο τρίτων του συμμαχικού στρατού των Πελοποννησίων, εισέβαλε στην Αττική. Σε πρώτη φάση προέβη σε διαπραγματεύσεις, αλλά οι Αθηναίοι τον έστειλαν πίσω. Σύμφωνα με την παράδοση, την στιγμή που εκείνος άφηνε πίσω του τα σύνορα της Αττικής, είπε στους Αθηναίους του συνοδούς: «Ήδε η ημέρα τις Έλλησι μεγάλων κακών άρξει».

Εν συνεχεία τα στρατεύματα κατευθύνθηκαν στην περιοχή της Οινόης, την οποία και πολιόρκησαν χωρίς να την καταλάβουν, ενώ λεηλάτησε την Ελευσίνα και το Θριάσιο Πεδίο, αργοπορώντας ανεπίτρεπτα. Το γεγονός αυτό κατέδειξε ολοφάνερα ότι ο Αρχίδαμος υπήρξε αντίθετος με αυτό τον πόλεμο. Παραδόξως, όμως, η πρώτη φάση του πολέμου αυτού, που διήρκησε είκοσι επτά έτη (431 – 421 π.Χ.), έλαβε το όνομα της από το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου και έμεινε γνωστή ως «Αρχιδάμειος Πόλεμος», παρόλο που εκείνος αποβίωσε σχετικά νωρίς.  

Η αργοπορία αυτή έδωσε την ευκαιρία στους Αθηναίους, που ζούσαν στην ύπαιθρο κυρίως, να ζητήσουν καταφύγιο μέσα στην τειχισμένη πόλη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ως εκ τούτου ο Αρχίδαμος βρήκε έρημη την ύπαιθρο, οπότε και επέστρεψε στην Πελοπόννησο διαμέσου του Ωρωπού και της Βοιωτίας. Εντούτοις, προτού αποχωρήσουν οι Σπαρτιάτες κατέστρεψε την πεδιάδα των Αχαρνών και αναμετρήθηκαν αρκετές φορές με το αθηναϊκό ιππικό.

Όσο, βέβαια, οι Αθηναίοι παρέμεναν κλεισμένοι πίσω από τα τείχη της πόλης τους και δεν έβγαιναν να πολεμήσουν ανοιχτά, οι Σπαρτιάτες σκέφτηκαν, λανθασμένα, να προβούν στην καταστροφή της σοδειά τους. Η διατροφή και η επιβίωση του πληθυσμού της Αθήνας, όμως, δεν εξαρτάτο από την συγκομιδή της αττικής γης, αλλά ως επί το πλείστον από τους σιτοβολώνες της Σκυθίας, της Λήμνου και της Κριμαίας. Όσο, λοιπόν, οι Αθηναίοι διατηρούσαν τον έλεγχο του Ελλήσποντου, δεν κινδύνευαν από σιτοδεία.

Ακολούθως, ως απάντηση στην σπαρτιατική εισβολή, οι Αθηναίοι απέστειλαν εκατό τριήρεις για να λεηλατήσουν τις ακτές της Πελοποννήσου. Φτάνοντας στην Μεθώνη επιτέθηκαν στην τειχισμένη πόλη, την οποία θα καταλάμβαναν, αν ο Βρασίδας του Τέλλιδος, νεαρός Σπαρτιάτης αξιωματικός, δεν έσπευδε να την υπερασπιστεί. Αν και διέθετε μονάχα εκατό οπλίτες, με την τολμηρή αυτή επιχείρηση κατόρθωσε, περνώντας μάλιστα μέσα από το στρατόπεδο των Αθηναίων, να διασπάσει την πολιορκία, σώζοντας έτσι την πόλη. 

Αμέσως οι Αθηναίοι, για να εξασφαλίσουν πλησιέστερη πρόσβαση στην Πελοπόννησο,  εκδίωξαν τους Αιγινήτες από το νησί και εγκατέστησαν Αθηναίους κληρούχους. Οι Σπαρτιάτες με την σειρά τους, εγκατέστησαν τους εξόριστους Αιγινήτες στην Θυρέα, στα σύνορα με το Άργος, εκδικούμενοι με τον τρόπο αυτό την εγκατάσταση των Μεσσηνίων ειλώτων στην Ναύπακτο.

Το επόμενο έτος οι Πελοποννήσιοι εισέβαλλαν ξανά στην Αττική, λεηλατώντας αυτή την φορά τα νότια παράλια και το Λαύριο, χωρίς ωστόσο να πλησιάσουν την Αθήνα, καθώς ήδη είχε εκδηλωθεί ο μεγάλος λοιμός. Ο λοιμός αυτός, πιθανότατα τύφος, αποδεκάτισε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, που είχε στοιβαχτεί μέσα στα τείχη. Τότε ο Περικλής, αφού έχασε τους δυο γιους του, απεβίωσε και ο ίδιος από τον λοιμό το 429 π.Χ. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, ο πληθυσμούς της πόλης των Αθηνών πριν από τον λοιμό απαριθμούσε τους εκατόν εβδομήντα δύο κατοίκους, αλλά μετά από αυτόν δεν κατάφερε ποτέ ξανά να προσεγγίσει τον αριθμό αυτό.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 53 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.