Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#83]

Γ’ Μέρος

«Οι Τριακοντούτεις Σπονδές».

Την αποχώρηση των Σπαρτιατών ακολούθησε η στροφή των Αθηναίων στην επαναστατημένη Εύβοια, την οποία και επανέφεραν τελικά στους κόλπους της Συμμαχίας.

Ωστόσο, οι συνεχείς αυτοί πόλεμοι έληξαν με την αποστολή Αθηναίων πρέσβεων, για την σύναψη ανακωχής μεταξύ των δυο αντιμαχόμενων πλευρών. Έτσι, περί το 447/446 π.Χ. οι δυο πόλεις συνήψαν ειρήνη, διάρκειας τριάντα ετών, η οποία έμεινε γνωστή με την επονομασία «Τριακοντούτεις Σπονδές». Η Αθήνα είχε υποχρέωση να παραχωρήσει τα δυο μεγαρικά λιμάνια, την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Ακόμη, με το Άργος μπορούσε να διατηρεί φιλικούς δεσμούς, αλλά όχι να συμπράττει μαζί του εναντίον της Σπάρτης. Επίσης, υπό την κατοχή της διατηρούσε και την Αίγινα.

Οι δυο πόλεις ήταν υποχρεωμένες να επιλύουν τις μεταξύ τους διαφορές μέσω της διαιτησίας και όχι με πόλεμο. Καθεμία εξ αυτών αναγνώριζε την ηγεμονία της άλλης πόλης στην θάλασσα (Αθήνα) και στην ξηρά (Σπάρτη), ενώ απαγορευόταν να δεχθεί στην συμμαχία της πόλη από την αντίπαλη πλευρά.

Ουσιαστικά, το τέλος του Α’ Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν μια μεγάλη επιτυχία για την Αθήνα, της οποίας η οικονομία την εποχή εκείνη μεγεθυνόταν με σταθερούς ρυθμούς. Ταυτόχρονα, όμως, η πόλη – κράτος της Σπάρτης έπαψε να προβάλλεται ως φυσικός ηγέτης των Ελλήνων και στο εξής θεωρείτο ισάξια της Αθήνας.

Εντούτοις, είναι γεγονός ότι και οι δυο πλευρές απέφευγαν να έρθουν σε ανοικτή αντιπαράθεση και σε μάχη εκ παρατάξεως. Τόσο οι Αθηναίοι, όσο και οι Σπαρτιάτες δεν ήταν διατεθειμένοι να κηρύξουν φανερά τον πόλεμο οι μεν στους δε, κάτι που γίνεται φανερό με τους δυο βασιλιάδες της Σπάρτης, τον Αρχίδαμο Β’ και τον Πλειστοάνακτα, οι οποίοι δεν επιζητούσαν την στρατιωτική επίλυση των διαφορών με τους αντιπάλους τους. Ο Πλειστοάναξ τιμωρήθηκε και ο Αρχίδαμος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψει ή να καθυστερήσει την έναρξη των εχθροπραξιών το 432 π.Χ..

Βέβαια, κατά την διάρκεια των «Τριακοντούτων Σπονδών», ο Περικλής είχε την ελευθερία και την δυνατότητα, πλέον, να θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα ανοικοδόμησης της πόλης των Αθηνών, το οποίο την κατέστησε πασίγνωστη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Πράγματι, την εποχή εκείνη η Αθήνα ήταν μια υπερδύναμη, ενώ η πτώση των τυράννων της, περίπου μια δεκαετία πριν από τα Μηδικά, άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο της ιστορίας της. Επίσης, με τις μεταρρυθμίσεις που εφήρμοσε ο Κλεισθένης και έπειτα ο Εφιάλτης, η δημοκρατία έφτασε στην ιδανικότερη μορφή της στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Πιο συγκεκριμένα, το ναυτικό της Αθήνας απαριθμούσε τριακόσιες τριήρεις, εκ των οποίων οι περισσότερες ήταν αθηναϊκές και ελάχιστες συμμαχικές. Η πλειοψηφία, δε, των θητών ήταν ελεύθεροι πολίτες, των χαμηλότερων βέβαια τάξεων, αλλά όχι δούλοι. Ο Θεμιστοκλής είχε την διορατικότητα να αντιληφθεί από νωρίς ότι η δύναμη της πόλης των Αθηνών βρισκόταν στην θάλασσα, μια τακτική που πολύ σοφά φρόντισαν να ακολουθήσουν και οι διάδοχοι του. Ενδεικτικά είναι στο σημείο αυτό τα όσα μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης, παρουσιάζοντας τον Θεμιστοκλή να υποστηρίζει «μέγα γαρ το της θαλάσσης κράτος».   

Επιπλέον, η σύσταση της «Δηλιακής Συμμαχίας» αρχικά, καθώς και η μεταφορά του ταμείου από την Δήλο στον οπισθόδομο του Παρθενώνα αργότερα, κατέστησαν την Αθήνα κέντρο των επιστημών, του λόγου και του κάλλους. Ακόμη, τα χρήματα από το ταμείο της συμμαχίας χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων ναών στην Ακρόπολη, ενώ στις παραμονές του πολέμου τα πολύτιμα αφιερώματα από τους ναούς κάτω από την Ακρόπολη μεταφέρθηκαν στον Παρθενώνα, υπό την φύλαξη της Αθηνάς. Ως εκ τούτου, η χρησιμοποίηση οποιουδήποτε ποσού από αυτά τα χρήματα θεωρείτο δανεισμός από την μεγάλη θεά και για αυτό θα έπρεπε να επιστραφεί.

Μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος και των τεχνών κατέφθαναν στο «κλεινόν άστυ», έπειτα από πρόσκληση που τους είχε απευθύνει η αριστοκρατία της πόλης, είτε για να παρακολουθήσουν παραστάσεις στο θέατρο και να ακούσουν τα μεγαλύτερα πνεύματα φιλοσοφίας της εποχής, είτε για να περπατήσουν στην Αγορά και να θαυμάσουν τα περικαλλή αγάλματα που στόλιζαν την πόλη από άκρη σε άκρη. Ακόμα, πλήθος κόσμου μετέβαινε στην πόλη των Αθηνών για να θαυμάσει την Ποικίλη Στοά, όπου εξιστορούντο τα κατορθώματα του ένδοξου παρελθόντος, φιλοτεχνημένα από το χέρι του διασημότερου, ίσως, ζωγράφου της αρχαιότητας, του Θάσιου Πολυγνώτου. Η Αθήνα δεν ήταν πια μια απλή πόλη – κράτος, αλλά μια ηγεμονία.

Από την άλλη πλευρά, όταν οι σύμμαχοι της Σπάρτης συγκεντρώθηκαν για να αποφασίσουν θετικά ή αρνητικά το ενδεχόμενο πολέμου, έλαβαν τον λόγο οι Κορίνθιοι, οι οποίοι περισσότερο από όλους επιθυμούσαν την επίλυση των διαφορών τους με αυτό τον τρόπο.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 50 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.