Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#76]

Γ’ Μέρος

Η μάχη των Πλαταιών.

 

Στο στρατόπεδο των Περσών δεν κυριαρχούσε ομοψυχία, ενώ ο Αρτάβαζος υπονόμευε τον Μαρδόνιο, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την τακτική της αναμονής και να επιτεθεί. Εξάλλου, μετά την κατάληψη του περάσματος και ο Παυσανίας αισθανόταν τον χρόνο να τον πιέζει. Το ίδιο βράδυ, όμως, ο βασιλιάς Αλέξανδρος της Μακεδονίας διέσχισε έφιππος τον Ασωπό, δίχως να γίνει αντιληπτός από τις περσικές φρουρές, και έφθασε στο στρατόπεδο των Ελλήνων αποκαλύπτοντας τους, με κίνδυνο την ίδια του την ζωή, το σχέδιο επίθεσης των Περσών. Αυτομάτως ειδοποιήθηκε ο Παυσανίας και συγκλήθηκε πολεμικό συμβούλιο.

Στόχος του πλέον ήταν να παρασύρει τον Μαρδόνιο σε μια καλοστημένη παγίδα. Για τον λόγο αυτό αποφασίστηκε οι Έλληνες να αποχωρήσουν κατά την διάρκεια της νύχτας και να καταλάβουν νέες θέσεις. Πρώτα αποχώρησε το ήδη καταπονημένο κέντρο, το οποίο επί έντεκα ημέρες δεχόταν τα σφυροκοπήματα του περσικού ιππικού. Το κέντρο ήταν υποχρεωμένο να φτάσει στην θέση Νησί, που σχηματιζόταν από δυο παραποτάμους της Ωερόης.

Ωστόσο, λόγω της νύχτας φαίνεται ότι οι άνδρες έχασαν τον δρόμο τους και βρέθηκαν πολύ πιο μακριά, μπροστά από τον ναό της Ήρας, έξω από τις Πλαταιές. Το αριστερό κέρας υποχώρησε μετά το κέντρο και παρατάχθηκε πίσω από το ηρώο του Ανδροκράτη. Τέλος, το δεξιό κέρας, αποτελούμενο από τους Σπαρτιάτες και τους Τεγεάτες, είχε αποφασιστεί ότι θα αποχωρήσει τελευταίο και με καθυστέρηση, εσκεμμένα, για να παρασύρει τους ανυποψίαστους Πέρσες στην παγίδα.

Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί για μια φιλονικία μεταξύ του Παυσανία και ενός στρατηγού του, του Αμομφεράτου, διοικητή του Πιτανάτη λόχου. Ουσιαστικά, όμως, η φιλονικία ήταν υποκριτική, με σκοπό να προκαλέσει σύγχυση στους Πέρσες και να «εξαναγκάσει» τον λόχο του ανυπάκουου διοικητή να καθυστερήσει, παρασύροντας τον αντίπαλο στην παγίδα. Όπως αναμενόταν, ο Μαρδόνιος προέβη σε καταδίωξη του «αργοπορημένου» λόχου, προφτάνοντας τον, αλλά οι Σπαρτιάτες εκτελώντας αναστροφή στράφηκαν εναντίον του. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μαρδόνιος να βρεθεί μπροστά όχι σε υποχωρούντες στρατιώτες, αλλά σε ένα αδιαπέραστο τείχος από ασπίδες Σπαρτιατών οπλιτών.

Ακολούθησε σφοδρή μάχη, και παρόλο που το έδαφος ήταν πετρώδες, το περσικό ιππικό προέβαινε σε αλλεπάλληλες επιθέσεις, αναγκάζοντας τον Παυσανία να ζητήσει επειγόντως την βοήθεια των Αθηναίων τοξοτών, καθώς το κέντρο βρισκόταν αρκετά μακριά και τους είχε αφήσει ακάλυπτους. Οι Αθηναίοι έσπευσαν αμέσως να συνδράμουν, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Θηβαίους, στους οποίους δεν ήταν ορατοί λόγω των ανωμαλιών του εδάφους.

Οι Σπαρτιάτες παρέμεναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, αναμένοντας το κύριο τμήμα του περσικού στρατού. Όταν αυτό έφτασε, το ιππικό αποτραβήχτηκε για να αφήσει  το πεδίο στα πεζοπόρα τμήματα. Το σύνθημα δόθηκε από τον αρχιστράτηγο και άρχισε η αντεπίθεση των Σπαρτιατών και των Τεγεατών. Οι Πέρσες από την πλευρά τους, αν και τρομοκρατημένοι από το θέαμα των επιτιθέμενων οπλιτών, συνέχιζαν να μάχονται με γενναιότητα. Εντούτοις, μόλις ο Σπαρτιάτης Αρίμνηστος σκότωσε τον Μαρδόνιο, ρίχνοντας τον από το άλογο του, τα περσικά στρατεύματα παρέλυσαν και έσπασαν τις γραμμές τους. Η σπαρτιατική φάλαγγα ήταν αμείλικτη και ανελέητη απέναντι στον εχθρό.

Το ιππικό, περσικό και θηβαϊκό, προσπαθούσε να καλύψει τους υποχωρούντες Πέρσες, τους οποίους οι Σπαρτιάτες καταδίωξαν μέχρι το στρατόπεδο τους. Με γενναιότητα, όμως, μάχονταν και οι Αθηναίοι, παρόλο που ο Αριστείδης είχε επιχειρήσει να πείσει τους Θηβαίους να αλλάξουν στρατόπεδο και να μην πολεμήσουν εναντίον των συμπατριωτών τους. Στην πραγματικότητα, οι μόνοι από τους αντιπάλους που ήταν αξιόμαχοι για τα δεδομένα της οπλιτικής φάλαγγας ήταν οι Θηβαίοι, οι οποίοι αν και τελικά τράπηκαν σε φυγή, μάχονταν με σθένος και μανία. Στο σημείο αυτό λέγεται ότι οι Αθηναίοι τους καταδίωξαν, με αποτέλεσμα να λάβει χώρα μια δεύτερη μάχη έξω από τα τείχη της Θήβας, κατά την οποία οι Θηβαίοι εξαναγκάστηκαν για δεύτερη φορά να υποχωρήσουν πίσω από τα τείχη τους.

Όσον αφορά στο κεντρικό μέρος του ελληνικού στρατεύματος, έμεινε αμέτοχο κατά την μεγαλύτερη διάρκεια της μάχης. Αργότερα, οι Κορίνθιοι έσπευσαν να βοηθήσουν τους Σπαρτιάτες, ενώ οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι τους Αθηναίους. Το θηβαϊκό ιππικό επιτέθηκε κατά των Μεγαρεών και των Φλειασίων, διαλύοντας κυριολεκτικά τις γραμμές τους και εξολοθρεύοντας εξακόσιους άνδρες. Έπειτα, μετά την υποχώρηση των Θηβαίων, οι Αθηναίοι έσπευσαν προς βοήθεια των Σπαρτιατών, οι οποίοι επιχειρούσαν την στιγμή εκείνη να εκπορθήσουν το στρατόπεδο των Περσών. Έτσι, λοιπόν, με την συνδρομή των Αθηναίων, οι οποίοι φημίζονταν στις τειχομαχίες, κατάφεραν να καταλάβουν το οχυρό, δίχως να αφήσουν κανέναν ζωντανό.

Πράγματι, στο τέλος της ημέρας, μετά τις σφοδρότατες μάχες, το πεδίο των Πλαταιών ομοίαζε με ένα απέραντο νεκροταφείο, με την οσμή του θανάτου να διαπνέει όλη την ατμόσφαιρα. Από τους εκατό χιλιάδες Πέρσες, επέζησαν μόνο τρεις χιλιάδες, στους οποίους προστίθεντο και οι σαράντα χιλιάδες του Αρταβάνου, οι οποίοι δεν είχαν πολεμήσει καθόλου. Όπως λέγεται, ο Αρταβάνος μάλλον παρακολουθούσε την εξέλιξη της μάχης περισσότερο ως απλός θεατής, εξαιτίας της γενικότερης έχθρας του προς τον Μαρδόνιο.

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 43 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.