Παρασκευή, 04 Μαΐου 2018

Παραδοσιακά Μονοπάτια [#73]

Εικόνα: Πάνω, νέοι χορεύουν τη “Μηλιά” στη Λευκάδα σε παλιά φωτογραφία. Κάτω, παραδοσιακός χορός “Μηλίτσα” από τη Θράκη, από σημερινό ντόπιο μουσικό και χορευτικό συγκρότημα.

 

Η “Μηλιά” - και σε κάποια μέρη “Μηλίτσα” - αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα παραδοσιακά τραγούδια της πατρίδας μας. Συναντώνται ποικίλες τοπικές παραλλαγές, όχι μόνο ως προς τον στίχο - με ειδικά την τελευταία στροφή να εναλλάσσεται - αλλά και ως προς τον χαρακτήρα του τραγουδιού· σε άλλες περιοχές ανήκει στις Παραλογές, σε άλλες στα τραγούδια της αγάπης και σε άλλες στα Ηρωικά και Κλέφτικα παραδοσιακά τραγούδια. Η Μηλιά θεωρείται ότι δημιουργήθηκε κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή.

Είναι εντυπωσιακό το ότι παρά την παλαιότητά της η “Μηλιά” τραγουδιέται και χορεύεται  ακόμη, σε σχεδόν όμοια μορφή σε όλο το μήκος της Ελλάδας, από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη, από τα Επτάνησα μέχρι τη Μικρά Ασία. Ο κοινός στίχος αποτελεί άλλη μία απλή απόδειξη της αδιάσπαστης εθνικής και πολιτισμικής οντότητας και ενότητας των Ελλήνων. Μάλιστα, συναντάται και στην ελληνική παράδοση της Καππαδοκίας. Ο χορός που συνοδεύει τη Μηλιά είναι κυρίως γυναικείος και συνηθίζεται σε εκδηλώσεις χαράς και σε γαμήλιες ενώσεις ζευγαριών.

Σε χωριά της Καστοριάς η Μηλιά ανήκει στις Παραλογές και το περιεχόμενο του στίχου είναι αλληγορικό. Το τραγούδι έχει θέμα την επιθυμία των ζωντανών να μοιραστούν τα μυστικά τους με τους νεκρούς προγόνους τους:

 

"Μηλίτσα μ' που 'σαι στο γκρεμνό, στα μήλα φορτωμένη

τα μήλα σου λιμπίστηκα, μα το γκρεμό φοβούμαι

Και σαν φοβάσαι το γκρεμνό, έλα το μονοπάτι

Το μονοπάτι μ' έβγαλε, σε μια μικρ' εκκλησίτσα

που 'χε σαράντα μνήματα, αδέλφια κι αξαδέλφια.

Κι ένα μνημόρι ξέχωρο, ξεχώριζε απ' τ' άλλα

δε του είδα και το πάτησα, ανάμεσα στα στήθια

Ποιος είναι αυτός που με πατεί, ανάμεσα στα στήθια;

Αν είναι η μανούλα μου, ας κάθεται κι ας κλαίει

κι αν είναι η αγάπη μου. να σκύψει εδώ κοντά μου.

Έχω δυο λόγια να της πω, και δυο να της μιλήσω.”

 

Ως Παραλογή συναντάται επίσης στο Μέτσοβο και σε χωριά με βλάχικες παραδόσεις της Ηπείρου, των Τρικάλων και των Γρεβενών και εκεί συνδέεται με τη λαϊκή δοξασία ότι η ψυχή του νεκρού εξοργίζεται όταν κάποιος διαταράξει τη γαλήνη της:

 

“Μηλίτσα που 'σουν στο γκρεμό με μήλα φουρτουμένη

τα μήλα σου - άι Μηλίτσα μου - τα μήλα σου μ' αρέσουνε

τα μήλα σου μ' αρέσουνε μα το γκρεμό φοβούμαι

κι αν το φοβά - άι Μηλίτσα μου - κι αν το φοβάσαι το γκρεμό.

Αν το φοβάσαι τον γκρεμό έλα απ' το μονοπάτι

το μονοπά- άι Μηλίτσα μου - το μονοπάτι μ' έβγαλε

το μονοπάτι μ' έβγαλε σε ένα Παλιό 'κλησάκι

Και εκεί ήταν - άι Μηλίτσα μου - κι εκεί ήταν τρία μνήματα

Κι εκεί ήταν τρία μνήματα, τα τρία αράδα αράδα.

Δεν τα 'δα και - άι μηλίτσα μου - δεν τα 'δα και τα πάτησα

δεν τα 'δα και τα πάτησα στα μάτια και στα φρύδια.

Και ακούω το μνή- άι Μηλίτσα μου - κι ακούω το μνήμα να βογκά.”

 

Σε χωριά των Ιωαννίνων, ο στίχος της Μηλιάς είναι επίσης Παραλογή και αφηγείται τη συνομιλία του νεκρού μέσα από το μνήμα, με τους ζωντανούς. Σε χωριά της Αιτωλοακαρνανίας (Ρούμελης) η Μηλιά αποτελεί Αποκριάτικο τραγούδι αλλά και εκεί ανήκει στις Παραλογές (με παρόμοιο στίχο με τους παραπάνω). Τμήμα των Αποκριάτικων παραδόσεων αποτελεί επίσης στην Κοζάνη αλλά εκεί ανήκει στα τραγούδια της αγάπης και συνοδεύεται από χάλκινα πνευστά μουσικά όργανα της τοπικής παράδοσης της Δυτικής Μακεδονίας.

Η παραλλαγή από τη Μικρά Ασία ταιριάζει με τις παραδόσεις που διατηρούσαν οι Έλληνες της Προποντίδας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα και ο στίχος ήταν ουσιαστικά ίδιος με τους παραπάνω, παρόλο που πρόκειται για πολύ διαφορετικούς τόπους και χρόνους.

Περνώντας στα Δωδεκάνησα και συγκεκριμένα στην Κάρπαθο, η τελευταία στροφή αλλάζει ως εξής:

 

“Το μονοπάτι μ’ ήβγαλε

σ’ ένα ερημοκλήσι

που δεν ευρίσκετο παπάς

για να το λειτουργήσει.

Κι ένα μνήμα παράμνημα

ξεχωριστά `πο τ’ άλλα

δεν το `δα και το πάτησα

απάνω στο κεφάλι.

Ποιος είν’ απού με πάτησε

απάνω στο κεφάλι

απού `μουν αρχοντόπουλο

μεγάλου ρήγα αγγόνι.”

 

Τέλος, σε όλη την Κρήτη η Μηλιά τραγουδιέται σε Ριζίτικο σκοπό, με σημαντικά διαφορετικό περιεχόμενο:

 

“Το μονοπάτι μ' έβγαλε, σ' ένα ερημοκλήσι,

βρίσκω σαράντα μνήματα, αδέρφια και ξαδέρφια.

Μα ένα μνήμα παράμνημα (βροντά κι αναστενάζει.

- Ίντα 'χεις μνήμα και βοάς και βαριαναστενάζεις;

μήπως το χώμα σου 'ν' πολύ γι η πλάκα σου μεγάλη;

- Δεν είν' το χώμα μου πολύ γι η πλάκα μου μεγάλη,

μόνο 'ρθες και με πάτησες απάνω στο κεφάλι.

Κοντό, δεν ήμουνε κι εγώ άντρας και παλικάρι;

κοντό, δεν επολέμησα στον κάμπο του Ρεθύμνου;

Με δέκα πιθαμές σπαθί και δώδεκα κοντάρι

και συ 'ρθες και με πάτησες απάνω στο κεφάλι.

- Συμπάθησέ μου, εσύ, νεκρέ, δεν το 'ξερα ο καημένος

πως εις τον τάφο τούτονα, κείτεται αντρειωμένος).”

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 65 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.