Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#71]

Α’ Μέρος

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας.

 

Μετά την πτώση των Θερμοπυλών και την αποχώρηση του ελληνικού στόλου από το Αρτεμίσιο, ο δρόμος για την Αθήνα ήταν πλέον ανοιχτός για τον Ξέρξη. Τώρα πια, όλη η Ελλάδα, εκτός του Ισθμού, θα περιερχόταν στην κατοχή των Περσών. Ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος των Ελλήνων, για αυτό έπρεπε να δράσουν με ομοψυχία, φρόνηση και κυρίως ψυχραιμία.

Αμέσως διατάχθηκε η εκκένωση της πόλης των Αθηνών και τα γυναικόπαιδα μεταφέρθηκαν στην Τροιζήνα, την Αίγινα και την Σαλαμίνα. Το ίδιο ακριβώς έπραξαν τόσο οι Πλαταιείς, όσο και οι Θεσπιείς, μεταφέροντας τα γυναικόπαιδα και τις περιουσίες τους σε ασφαλείς περιοχές της Πελοποννήσου. Στην Αθήνα, ωστόσο, παρέμειναν οι γεροντότεροι και οι ταμίες του Παρθενώνα, ευελπιστώντας ότι το «ξύλινον τείχος ανάλωτον έσεσθαι».

Ο περσικός στρατός καταφθάνει στην πόλη των Αθηνών στα μέσα του Σεπτέμβρη, προβαίνοντας σε λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι λιγοστοί εναπομείναντες, οχυρωμένοι στην Ακρόπολη, προβάλλουν σθεναρή αντίσταση μέχρι ενός. Ο ιερός βράχος, όμως, παραδίδεται στις φλόγες. Έτσι, ο Ξέρξης εκδικήθηκε τους Αθηναίους για την πυρπόληση των Σάρδεων. Ωστόσο, δεν χάρηκε όσο επιθυμούσε την επιτυχία του, καθώς βρήκε την πόλη των Αθηνών έρημη από τους κατοίκους της.

Ακολούθως, ο περσικός στόλος κατέπλευσε στο Φάληρο, σχεδόν ταυτόχρονα με την άφιξη του στρατού. Οι Έλληνες είχαν αγκυροβολήσει στον όρμο των Αμπελακίων, καθώς και στον όρμο των Παλουκιών στην Σαλαμίνα. Οι δυο αυτοί όρμοι ήταν προστατευμένοι από την μακριά χερσόνησο της Κυνοσούρας και μια μικρή νησίδα στην είσοδο του νησιού, την Ψυτάλλεια. Ακριβώς απέναντι βρισκόταν το όρος Αιγάλεω.

Ο ελληνικός στόλος ήταν κατά πολύ ενισχυμένος. Αποτελείτο από τρακόσια ογδόντα πλοία. Η Αθήνα συμμετείχε με μια δύναμη εκατόν ογδόντα τριήρων, εκ των οποίων οι είκοσι ήταν επανδρωμένες με Χακλιδείς. Ακολουθούσαν οι Κορίνθιοι με σαράντα, οι Αιγινήτες με τριάντα, οι Μεγαρείς με είκοσι, οι Λακεδαιμόνιοι με δεκαέξι, οι Σικυώνιοι με δεκαπέντε, οι Επιδαύριοι με δέκα, οι Ερετριείς και οι Αμβρακιώτες με επτά, οι Κείοι με έξι  τριήρεις και μια πεντηκόντορο, οι Τριζήνιοι με πέντε, οι Νάξιοι με τέσσερις, οι Λευκάδιοι και οι Ερμιονείς με τρεις, οι Στυρείς με δυο και οι Κύθνιοι με μια τριήρη και μια πεντηκόντορο.

Ακολούθως, στην δύναμη προστέθηκαν οι Λήμνιοι και οι Τήνιοι με μια τριήρη έκαστος, οι οποίοι είχαν αυτομολήσει. Επίσης, στην ελληνική δύναμη προστέθηκαν η Σίφνος και η Σέριφος, καθώς και ο Κρότων, η μοναδική πόλη από την κάτω Ιταλία που έστειλε βοήθεια, με μια πεντηκόντορο η καθεμία, ενώ η Μήλος με δυο. Στο σημείο αυτό η παράδοση αναφέρει ότι οι Κερκυραίοι, αν και είχαν υποσχεθεί ότι θα απέστελλαν βοήθεια, κράτησαν τα πλοία τους στην περιοχή των Κυθήρων, προφασιζόμενοι τα μελτέμια και περιμένοντας την έκβαση της ναυμαχίας.

Ωστόσο, σχεδόν ταυτόχρονα με την πυρπόληση των Αθηνών, οι Έλληνες στρατηγοί είχαν συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο. Κατά την διάρκεια του συμβουλίου επικρατούσε μεγάλη διχογνωμία και έλλειψη συνεννόησης, με τους περισσότερους να διατείνονται ότι έπρεπε να φύγουν από την Σαλαμίνα και να ναυμαχήσουν στον Ισθμό. Μια τέτοια απόφαση, όμως, θα σήμαινε εγκατάλειψη όχι μόνο της παραδομένης πόλης των Αθηνών, αλλά και των Μεγάρων, της Ελευσίνας, της Σαλαμίνας και της Αίγινας, των οποίων την δύναμη και την συνεισφορά δεν μπορούσαν ούτε να αμφισβητήσουν, ούτε να αψηφήσουν.

Από την άλλη πλευρά, στον Ισθμό της Κορίνθου εργάζονταν με πυρετώδεις ρυθμούς για την κατασκευή του τείχους, υπό την επίβλεψη του αντιβασιλέα της Σπάρτης Κλεομβρότου, ώστε να αποτραπεί μια ενδεχόμενη εισβολή των Περσών από την ξηρά. Παράλληλα, οι πόλεις που θα επηρεάζονταν περισσότερο από την εγκατάλειψη αγκυροβολίου προέβαλλαν σθεναρή αντίδραση κατά την διεξαγωγή του πολεμικού συμβουλίου, με ένθερμο υποστηρικτή τον Θεμιστοκλή, ο οποίος έπεισε τον Ευρυβιάδη να συγκαλέσει εκ νέου συμβούλιο στρατηγών.

Πριν προλάβει ο Ευρυβιάδης να μιλήσει, τον λόγο έλαβε ο Θεμιστοκλής, ο οποίος εν θερμώ προσπαθούσε να λογικεύσει και να μεταπείσει τους αντιπάλους του. Στον λόγο του αυτό υπήρξε έντονη η αντίδραση του Κορίνθιου Αδείμαντου, η οποία συνεχίστηκε και από τον Ευρυβιάδη. Άξιο αναφοράς είναι και το περιστατικό που μας παραδίδει ο Πλούταρχος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ευρυβιάδης εκνευρίστηκε τόσο πολύ με τον Θεμιστοκλή, όπου σήκωσε την ράβδο του για τον χτυπήσει, για να λάβει από τον τελευταίο την περίφημη απάντηση «πάταξον μεν, άκουσον δε».

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 109 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.