Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#57]

Β’ Μέρος

Η εδραίωση της σπαρτιατικής κυριαρχίας τον 6ο αιώνα π.Χ.

 

Μετέπειτα, και συγκεκριμένα περί το 520 π.Χ., στον θρόνο της σπαρτιατικής πολιτείας ανήλθε ο Κλεομένης Α’, γιος του Αναξανδρίδα, από τον οίκο των Αγιαδών. Είναι γεγονός ότι κατά την διάρκεια της βασιλείας του η Σπάρτη κατέστη αναμφίβολα η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην μεγαλειώδη νίκη των Περσικών Πολέμων.

Η πολιτική που εφήρμοσε ο Κλεομένης Α’ ήταν ευφυέστατη, παρόλο που ο ίδιος στιγματίστηκε από πολλούς κατά την αρχαιότητα, με την κατηγορία της βίαιης και παρανοϊκής συμπεριφοράς. Λίγο μετά την ανάρρηση του στο βασιλικό αξίωμα, οι Πλαταιείς, που την περίοδο εκείνη απειλούντο από τους Θηβαίους, ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης. Ο Κλεομένης Α’, όμως, προκειμένου να αποφύγει την δημιουργία νέων αντιπάλων, παρέπεμψε τους Πλαταιείς στην Αθήνα.

Λίγο αργότερα, και συγκεκριμένα περί το 510 π.Χ., ο Κλεομένης Α’ εισέβαλλε στην Αττική με ένα εκστρατευτικό σώμα, πολιορκώντας τον τύραννο Ιππία στην Ακρόπολη, ο οποίος αναγκάστηκε να παραδοθεί, να παραχωρήσει την εξουσία του στους δημοκρατικούς και να φύγει από την πόλη μαζί με την οικογένεια του. Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι νωρίτερα ο Ιππίας, με το συμμαχικό θεσσαλικό ιππικό, είχε καταφέρει να αποκρούσει την απόβαση που είχε επιχειρήσει ο Κλεομένης Α’ στο Φάληρο, ο οποίος τότε είχε αναμειχθεί στα εσωτερικά ζητήματα της πόλης των Αθηνών, φοβούμενος αντίστοιχη εμπλοκή του Άργους.

Δυο έτη αργότερα ο Κλεομένης Α’ ενεπλάκη για ακόμη μια φορά στις εσωτερικές υποθέσεις της Αθήνας, με σκοπό να στηρίξει τον ηγέτη των αριστοκρατών Ισαγόρα. Ο Κλεισθένης, που ήταν αρχηγός των δημοκρατικών, υποχρεώθηκε να εξοριστεί μαζί με άλλες φιλικές του οικογένειες, κατηγορούμενος για το «κυκλώνειον άγος». Όταν, όμως, ο Κλεομένης αποπειράθηκε να αντικαταστήσει την Βουλή των Πεντακοσίων με μια Βουλή Τριακοσίων, που θα ήταν ευνοϊκά προσκείμενη στην ολιγαρχική παράταξη, αντιμετώπισε συλλογική αντίδραση, με αποτέλεσμα να αποτύχει.

Εν συνεχεία εισέβαλε στην Ελευσίνα, επικεφαλής του σπαρτιατικού στρατού και των συμμάχων, αλλά δεν κατάφερε να επιβάλλει τον Ισαγόρα στους Αθηναίους, γιατί οι σύμμαχοι και ο συμβασιλέας του Δημάρατος αντιλήφθησαν το σχέδιο του, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν. Ως απόρροια του γεγονότος αυτού ήταν να μειωθεί το κύρος της Σπάρτης στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ταυτόχρονα να χαθεί η ευκαιρία υπαγωγής της Αθήνας στην σπαρτιατική σφαίρα επιρροής.

Εντούτοις, όλα αυτά αποτέλεσαν στην ουσία ασήμαντες λεπτομέρειες, μπροστά στην νίκη που πέτυχε ο Κλεομένης κατά του σημαντικότερου αντιπάλου της Σπάρτης, δηλαδή του Άργους. Το 494 π.Χ. το σπαρτιατικό στράτευμα, υπό την ηγεσία μονάχα του Κλεομένη, εισέβαλλε στην αργολική επικράτεια, στις όχθες του ποταμού Ερασινού. Λόγω, όμως, του γεγονότος ότι οι θυσίες για την διάβαση του ποταμού δεν ήταν ευνοϊκές, ο Κλεομένης αιφνιδίασε τους Αργείους φτάνοντας στην καρδιά του κράτους δια της θαλάσσης, αποβιβαζόμενος στην Ναυπλία.

Ακολούθως, οι δυο αντίπαλες παρατάξεις στρατοπέδευσαν στην Σηπεία, πλησίον της Τίρυνθας, αρνούμενες, ωστόσο, να συγκρουστούν. Οι Αργείοι τότε, για να αποφύγουν έναν δεύτερο αιφνιδιασμό, παρακολουθούσαν τα παραγγέλματα των Σπαρτιατών και ακολουθούσαν προσεκτικά το πρόγραμμα τους. Όταν ο Κλεομένης το πληροφορήθηκε, έδωσε εντολή να επιτεθούν οι άνδρες του όταν θα δινόταν το παράγγελμα για το δείπνο. Έτσι, οι ανυποψίαστοι Αργείοι αιφνιδιάστηκαν για ακόμη μια φορά, με αποτέλεσμα την συντριβή τους μέσα στο ίδιο τους το στρατόπεδο, ενώ όσοι κατέφυγαν στο γειτονικό ιερό άλσος για να σωθούν, κάηκαν ζωντανοί από την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Σπαρτιάτες.

Το Άργος ηττήθηκε κατά κράτος, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει σημαντικά να επανέλθει στα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδος, τουλάχιστον για μια γενεά, αφού λέγεται ότι την μοιραία εκείνη νύχτα χάθηκαν περίπου έξι χιλιάδες Αργείοι πολεμιστές. Παρόλο που ο Κλεομένης δεν κατάφερε να κυριεύσει εξ ολοκλήρου την πόλη, γεγονός για το οποίο αργότερα κατηγορήθηκε ως δωρολήπτης, απάλλαξε την Σπάρτη από έναν μεγάλο αντίζηλο για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και από μια ισχυρή μηδίζουσα πόλη στην Πελοπόννησο, ιδιαιτέρως επικίνδυνη και επιβλαβή κατά τα χρόνια που ακολουθούσαν.

Με την λήξη του 6ου αιώνα π.Χ. είχε ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Μεσσηνίας, ενώ οι επεκτάσεις προς το Άργος και την Αρκαδία είχαν πλέον τερματιστεί. Το σπαρτιατικό κράτος ήταν αναμφίβολα πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο, με την έκταση του να φτάνει τα 5.500 τ.χλμ., εκ των οποίων τα 2.900 τ.χλμ. ήταν η έκταση της Μεσσηνίας. Στην ουσία, τα δυο τρίτα της χώρας και η εκμετάλλευση τους ανήκαν στους περίοικους.

Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι η διατήρηση του συστήματος που είχε θεσπίσει ο Λυκούργος, αν και αρχικά είχε πολύ σημαντικά αποτελέσματα, αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος ανεπαρκής σε κάποιο βαθμό, καθώς ενώ πριν τα Μηδικά η Σπάρτη είχε την δυνατότητα να διαθέσει περί τους εννέα χιλιάδες οπλίτες, τον 4ο αιώνα π.Χ. ο αριθμός τους άγγιζε τους χίλιους. Όπως φαίνεται, το σπαρτιατικό κράτος δεν κινδύνευε τόσο από αφανισμό εξαιτίας των εξωτερικών κινδύνων, αλλά από το εσωτερικό πρόβλημα της ολιγανθρωπίας του.

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 53 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.