Πέμπτη, 07 Δεκεμβρίου 2017

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#51]

Β’ Μέρος

Η ψυχολογία του Σπαρτιάτη πολεμιστή.

 

Οι Σπαρτιάτες ήταν κυνηγοί της Αρετής. Όπως έλεγαν οι ίδιοι, αναζητούσαν την υπέρτατη αλήθεια, όχι συζητώντας, αλλά πολεμώντας. Όχι μόνο στην μάχη, αλλά πολεμώντας και στην ζωή. Ο αρχαίος Σπαρτιάτης ήταν απελευθερωμένος από τον φόβο του θανάτου, δεν ενδιαφερόταν για τις υλικές απολαύσεις. Ο συμπολεμιστής του ήταν το δεύτερο «εγώ» του, δυο άνθρωποι σε μια οντότητα. Μετά από χρόνια κοινής ζωής και δυσκολιών, τίποτα δεν μπορούσε να παρεισφρήσει ανάμεσα τους.

Η πορεία του Σπαρτιάτη πολεμιστή στόχευε στην κατάκτηση της αρετής και διαμέσου αυτής στην προσέγγιση της γνώσης, στην θέαση του θείου στοιχείου, και μετά την μέθεξη με αυτό, στην ίδια την «θέωση». Δεν ήταν μια εύκολη πορεία, καθώς η πορεία της ζωής του δεν γραφόταν με μελάνι, αλλά με αίμα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια πορεία μύησης στην πιο εναργή της μορφή, μέσα από την ίδια την μάχη.

Στο πεδίο των μαχών ασκούνταν στο να ξεπερνούν τον φόβο του θανάτου, για να μπορούν να αντικρίζουν την αλήθεια, αυτό που αποκαλούσαν «θεό», με αξιοπρέπεια. Οι Σπαρτιάτες μάχονταν με όλη τους την ύπαρξη, ψυχή τε και σώματι. Δεν μάχονταν για να νικήσουν. Νικούσαν επειδή μάχονταν. Η νίκη ήταν τυπικά ο σκοπός, αλλά η πραγματική ενδόμυχη επιδίωξη τους ήταν η ίδια η μάχη. Το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Η μάχη στην ζωή, όχι μόνο στον πόλεμο.

Άλλωστε, όπως διερώτονταν και οι ίδιοι, τι αξία έχει να νικήσεις στην μάχη, αν είσαι ηττημένος στη ζωή; Ηττημένος από τον εαυτό σου τον ίδιο, τι αξία έχει να νικήσεις τον αντίπαλο;

Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι η διαφορά τους με τους άλλους δεν ήταν φυσική, αλλά πολιτική. Δεν διέφεραν επειδή υπερείχαν, αλλά υπερείχαν γιατί διέφεραν. Ήταν μια κοινωνία «ομοίων», μια αδελφότητα πολεμιστών, τόσο στην μάχη, όσο και στον καθημερινό τους βίο.

Η λέξη «λιτός» δίνει το απόλυτο στίγμα του τρόπου ζωής τους. Εκφράζει την άρνηση προς το περιττό και την αποστροφή για την πολυτέλεια. Συνάμα, όμως, εκφράζει την κατάφαση προς το απέριττο. «Σπάρτη» σημαίνει χρησιμοποίηση των απολύτως αναγκαίων, χωρίς ωστόσο ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής να φθάνει στο επίπεδο της μιζέριας. Διακρινόταν από την απλότητα, η οποία είχε γίνει τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς: από την ένδυση και την στέγαση έως το φαγητό και την διασκέδαση. Για αυτό τον λόγο, άλλωστε, δεν ήταν αναγκαίοι οι γραπτοί νόμοι, καθώς οι ρήτρες είχαν γίνει συνείδηση. Οι Σπαρτιάτες δεν μελετούσαν τους νόμους, τους ζούσαν.

Η αρχαία Σπάρτη είναι η πόλη του άκαμπτου ήθους, που έγραψε την ιστορία της στα πεδία των μαχών, με αίμα και φωτιά. Το ήθος των πολιτών της διακρινόταν από μια ήρεμη στιβαρότητα. Οι νέοι της δεν διάβαζαν την ιστορία των προγόνων τους, την βίωναν. Ήταν λειτουργικό στοιχείο της ζωής τους, ένα είδος θρησκείας. Οι πρόγονοι τους μπορεί να μην ήταν παρόντες, δεν ήταν όμως ποτέ απόντες, καθώς οι Σπαρτιάτες κοινωνούσαν συνεχώς με το πνεύμα τους. Αυτός ήταν ο πολιτισμός τους.

Ακόμη και εκείνο το «Λ» πάνω στις ασπίδες τους, εκφράζει την ταϋγέτεια αντίληψη της ζωής, το αγέρωχο φρόνημα. Η ζωή του Σπαρτιάτη ήταν χρέος. Ένα αφιέρωμα, ένα τάμα στην πόλη του. Το ένστικτο βιωσιμότητας της πόλης ξεπερνούσε το ατομικό ένστικτο αυτοσυντηρήσεως. Ήταν μια επιθετικότητα, μια σκληρότητα, μια αρχηγικότητα, ένας ζήλος απείρως πιο επιθετικός από την μαχητικότητα του ανθρώπου που είναι υποχρεωμένος σαν άτομο να ζει σε διαρκή απειλή. Η Σπάρτη δεν ύψωσε πέτρινα ή χωμάτινα τείχη, καθώς αυτά δεν σώζουν, αλλά δημιουργούν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, καλλιεργώντας την επανάπαυση.

Η έννοια του σεβασμού είχε θεμελιώδη σημασία για την αντίληψη ζωής του Σπαρτιάτη. Σεβασμός πρώτα από όλα προς τα πατρώα ήθη και το θείο στοιχείο. Σεβασμός προς τους πρεσβυτέρους και τους μεγαλύτερους. Ακόμη και η εμφάνισή τους ήταν απόρροια του σεβασμού τους προς την αρχή της ευπρέπειας, όπως την αισθάνονταν όλοι. Υπέρτατο στοιχείο συμπεριφοράς ήταν ο σεβασμός προς τους νόμους.

Εκεί που ο σεβασμός έφθανε στην κορύφωση του, χωρίς ωστόσο να γίνεται δουλική υπακοή, ήταν προς τους άρχοντες και τους νόμους. Από αυτή την μορφή του σεβασμού απέρρεε το κύριο στοιχείο της σπαρτιατικής στρατιωτικής και πολιτικής κοινωνίας. Η πειθαρχία, που δεν είναι τυφλή υπακοή, αλλά το «άρχειν δια του πείθειν», μια πειθώ που δεν γινόταν μέσω της διδασκαλίας, αλλά διαμέσου του παραδείγματος. Οι ποινές ήταν πράγματι αυστηρές, αλλά πιο αυστηρός ήταν ο κοινωνικός αποκλεισμός, δηλαδή η μομφή και η ατίμωση.

Καμία άλλη κοινωνία της αρχαίας Ελλάδας δεν εκτίμησε τόσο την αξία της σιωπής. H σιωπή είναι μια ανώτερη μορφή πάλης, που μέσα από την εξοικείωση με τον θάνατο οδηγεί στην γνώση. Την εσωτερική αυτή πορεία είχε βιώσει ο Σπαρτιάτης. Ήταν ελεύθερος και εκούσια επέλεγε την αυτοθυσία κατά την μάχη. Άλλωστε, αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτό τον καθιστούσε ευδαίμονα. Και η αίσθηση της πληρότητας και της ευδαιμονίας τον μετέτρεπε σε γενναίο και εύψυχο πολεμιστή.

Η μάχη ήταν ο τρόπος της βιωματικής πορείας του Σπαρτιάτη πολεμιστή προς την μύηση. Την μύηση στη ζωή, άρα και την μύηση στον θάνατο. Μια μελέτη θανάτου. Και μέσω του θανάτου, μια μελέτη υπέρβασης του κόσμου των θνητών. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ήταν αγχώδεις για την συσσώρευση αρετής τόσης, όσης απαιτείται για την υπέρβαση του κόσμου των θνητών και την εξύψωση του πολεμιστή σε ημίθεο.

Η σπαρτιατική πόλη – κράτος, με την σιδηρά, άγραφη νομοθεσία ήταν πάντοτε ο εαυτός της. Και παρέμεινε ο εαυτός της ως την δύση της.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#50]

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 46 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.