Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη - 2ος κύκλος [#23]

Ο Πυγμάχος

 

Το εικονιζόμενο άγαλμα βρέθηκε έπειτα από ανασκαφές στον Κυρινάλιο λόφο, όχι μακριά από τους κήπους των Κολόννα και στον αρχαιολογικό χώρο των Θερμών του Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, το άγαλμα χρονολογείται στην πρώιμη ελληνιστική εποχή, στον αιώνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πιο συγκεκριμένα λίγο μετά τον θάνατό του, το 323 π.Χ.

Όσον αφορά την τεχνοτροπία, είναι εμφανής η ρεαλιστική ή ακόμη και νατουραλιστική απεικόνιση του προσώπου, με εκδορές, μώλωπες και πληγές, σε αντίθεση με τα έργα τέχνης της κλασσικής περιόδου, με το ιδεατό πρότυπο των μορφών.

Ειδικότερα, ενώ παρατηρούνται πληγές στο πρόσωπο και τον λαιμό του πυγμάχου, το σώμα παραμένει ακέραιο, χωρίς κάποιο εμφανές σημάδι πληγής. Αυτό συνάδει με το γεγονός ότι στην αρχαιότητα ο βασικός κανόνας στην πυγμαχία ήταν τα χτυπήματα στον λαιμό και τον πρόσωπο, αλλά όχι στο σώμα. Φυσικά, με αυτόν τον τρόπο προστατεύονταν τα νεφρά και το συκώτι, αλλά οι κακώσεις στο κρανίο ήταν σαφώς σοβαρές-και λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα της πυγμαχίας στην αρχαιότητα όπου η νίκη ερχόταν με το νοκ άουτ, δηλαδή ο ηττημένος να χάσει τις αισθήσεις του-δεν ήταν λίγοι οι θάνατοι σε αυτό το άθλημα.

Βασικό στοιχείο εντούτοις σε κάθε άθλημα είναι η προετοιμασία για τον πόλεμο και το ιδανικό του «καλού καγαθού πολίτη», γεγονός που εξηγεί τον κανόνα σχετικά με την αποφυγή χτυπημάτων στο σώμα. Εφόσον όμως οπλίτες, δηλαδή πολεμιστές, ήταν οι ελεύθεροι πολίτες, οι αριστοκράτες ήταν αυτοί που επέλεγαν να ασχοληθούν με αυτό το σκληρό άθλημα. Μάλιστα, ο Πλάτων ονομάζει τους αριστοκράτες «οι τα ώτα κατεαγότες», αυτοί δηλαδή που έχουν τσακισμένα αυτιά (Πλάτων, Γοργίας 515e).

Όσον αφορά τα γάντια του πυγμάχου, όπως είναι εμφανές στο άγαλμα, πρόκειται για οξείς ιμάντες, για πέτσινα δηλαδή λουριά με μυτερές άκρες, τα οποία ήταν στην ουσία φονικά όπλα και έκαναν το άθλημα ακόμη πιο σκληρό.

Αξίζει να κλείσουμε το συγκεκριμένο κείμενο, με μια περιγραφή του Θεόκριτου, από τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον Διόσκουρο Πολυδεύκη και τον βασιλιά των Βεβρύκων Άμυκο:

 

«Τα μάτια του από το πρήξιμο στο πρόσωπο στενέψαν

μα ο άρχοντας τον τάραξε κι ακίνδυνο τον είχε

και τον περιτριγύριζε με τεντωμένα χέρια

και όταν εκαταλάβε πως ήταν σαστισμένος,

του ‘δωσε τότε μια γροθιά στο ένα του το φρύδι

απάνω από τη μύτη του στης ρίζας της τη μέση

και ξέσχισε το μέτωπο μέχρι το κόκκαλό του.

Και χτυπημένος τότε αυτός έπεσε κάτω αμέσως

και ξάπλωσε ανάμεσα στα χλοερά τα φύλλα.

Μα πάλε αυτός ορθώθηκε κι άρχισε άγρια μάχη,

ο ένας τον άλλον θέλοντας για να τον εξοντώσει

με τους γερούς ιμάντες του που φόραγαν στα χέρια∙

μεγάλο άθλο θέλοντας να κάνει ο Άμυκος,

του Πολυδεύκη έπιασε τ’ αριστερό το χέρι

με το δικό του αριστερό και γέρνοντας στο πλάι

από εμπρός το έφερε πάν’ στο δεξί του πόδι.

Τον βασιλέα των Αμυκλών θα είχε βλάψει τότε,

μόνο να τον πετύχαινε∙ μ’ αυτός την κεφαλή του

στο πλάι τότε έγειρε και χτύπησε τον άλλον

με την γερή του τη γροθιά απά στον κρόταφό του,

εκείνον που είν’ αριστερά, πέφτοντας με τον ώμο∙

και γρήγορα εχύθηκε από τον κρόταφό του

μαύρο το αίμα της πληγής που ήταν ανοιγμένη∙

αριστερά το στόμα του σχίστηκε και τα δόντια

τα ολόπυκνα ετρίξανε, το μάγουλό του εσχίστη

απ’ τα γρονθοκοπήματα πάνω στο πρόσωπό του

τ’ απανωτά, που ήταν πιο δυνατά από πρώτα.

Ολόκληρος εξάπλωσε, πάνω στη γη χαμένος

τη νίκη παραδέχθηκε σηκώνοντας τα χέρια,

γιατί στον θάνατο κοντά ήταν σχεδόν πια τώρα.»

 

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 136 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.