Πέμπτη, 03 Αυγούστου 2017

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#34]

Ο εξοπλισμός του Σπαρτιάτη οπλίτη

Β’ Μέρος

 

Εκτός από την ασπίδα, το σώμα προστατευόταν και από τον θώρακα, τον οποίο φορούσε ο οπλίτης πάνω από τον κοντό στρατιωτικό του χιτώνα. Σημειώνεται ότι περί τον 8ο αιώνα π.Χ. ο θώρακας ήταν κωδωνόσχημος,  άκαμπτος και ορειχάλκινος, κάτι το οποίο άλλαξε μετά τα Μηδικά, όπου έγινε ανατομικός, με πιστή απόδοση των μυών, ενώ κατέβαινε χαμηλότερα, καλύπτοντας την κοιλιακή και την βουβωνική χώρα. Παράλληλα ή λίγο  νωρίτερα με αυτόν, έκανε την εμφάνιση του ένας πολύ ελαφρύτερος θώρακας, ο οποίος παρείχε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Πρόκειται για τον λεγόμενο «λινοθώραξ», κατασκευασμένο από πολλαπλά στρώματα υφάσματος ή δέρματος, συνήθως ενισχυμένο με μεταλλικά ελάσματα.

Ο αμυντικός οπλισμός του οπλίτη συμπληρωνόταν με τις περικνημίδες, τα περισφύρια, τα περιμήρια και τα  περιβραχιόνια, όλα κατασκευασμένα από ελάσματα χαλκού με υφασμάτινη επένδυση. Επίσης, το κεφάλι καλυπτόταν από το ορειχάλκινο κράνος, συνήθως κορινθιακού τύπου.

Ειδικότερα, κατά την αρχαϊκή περίοδο οι Σπαρτιάτες, αλλά και γενικότερα οι Έλληνες, συνέχισαν να χρησιμοποιούν την ιλλυρική και την κορινθιακή περικεφαλαία. Μέχρι τους Περσικούς Πολέμους ο πρώτος τύπος είχε παραμεριστεί από τον δεύτερο, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε ένα ισχυρό και κομψό κράνος, που προσέφερε στον οπλίτη πλήρη προστασία. Εξάλλου, ο οπλιτικός πόλεμος ήταν αυτός που έδωσε στον κορινθιακό τύπο το αποφασιστικό πλεονέκτημα έναντι του ιλλυρικού, με βασικό του μειονέκτημα, όμως, τον σημαντικό περιορισμό της ακοής και της όρασης του οπλίτη.

Ωστόσο, υπήρχε και το ανοιχτό πιλόσχημο κράνος, το οποίο αποτελούσε μια παραλλαγή του μάλλινου καπέλου, το οποίο αρχικά ήταν τσόχινο κα μετέπειτα μεταλλικό. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ότι στο πίσω μέρος του υπήρχε γείσο, το οποίο εκτεινόταν προς τα κάτω, φτάνοντας λίγο πιο πάνω από τον αυχένα.

Όσον αφορά στην θωράκιση των άκρων, οι κνήμες προστατεύονταν από κνημίδες και περικνημίδες, κατά κανόνα ορειχάλκινες. Στην αρχή της αρχαϊκής εποχής οι περικνημίδες κάλυπταν την κνήμη, αλλά όχι το γόνατο του οπλίτη. Ωστόσο, περί τον 6ο αιώνα π.Χ. η επιφάνεια των κνημίδων επεκτάθηκε για να προστατευθεί και η περιοχή του γονάτου, καλύπτοντας μέχρι το τέλος του αιώνα αυτού και τον αστράγαλο. Συνήθως, η ανατομία της κνήμης και του γονάτου αποδιδόταν ανάγλυφα στην επιφάνεια των κνημίδων και των περικνημίδων.

Εν συνεχεία έγινε χρήση επιμέρους ορειχάλκινων θωρακίσεων του μηρού, των ποδιών, της φτέρνας, του βραχίονα κτλ., όπως ήταν επί παραδείγματι οι περιμηρίδες για τον μηρό, τα περιπήχια για τον πήχη, οι επιχειρίδες για την παλάμη, τα περισφύρια για την περιοχή των σφυρών, τα περιβραχιόνια για τον βραχίονα, τα επιπόδια κ.α. Επίσης, κάτω από τον μεταλλικό θώρακα προσαρμοζόταν μια μήτρα, κατασκευασμένη από το ίδιο υλικό, ή σειρά ορειχάλκινων πτερύγων για την προστασία της βουβωνικής χώρας.

Ωστόσο, αυτές οι επιμέρους θωρακίσεις εγκαταλείφθηκαν λίγο πριν το 500 π.Χ., λόγω μιας τακτικής κατά την διάρκεια της σύρραξης που απαιτούσε μεγαλύτερη ευκινησία και ευελιξία του οπλίτη, καθώς και λόγω της ανάγκης για ταχύτερη κάλυψη της απόστασης που χώριζε τις δυο εχθρικές παρατάξεις κατά την έναρξη της μάχης.

Όσον αφορά στα επιθετικά όπλα των Σπαρτιατών, αυτά ήταν το δόρυ και το ξίφος, ενώ κάποιες φορές χρησιμοποιείτο και το κοντό εγχειρίδιο.

Το βασικότερο επιθετικό όπλο ήταν το οπλιτικό δόρυ. Είχε μήκος μιάμιση φορά το ύψος ενός άνδρα, δηλαδή 2,5 – 3 μέτρα και το ισχυρό του στέλεχος ήταν, συνήθως, κατασκευασμένο από ξύλο μηλιάς ή άγριας κερασιάς. Η αιχμή του είχε σχήμα φύλλου και ήταν σιδερένια, ενώ στο άλλο άκρο του υπήρχε μια μεταλλική απόληξη, ορειχάλκινη και διαφορετικού σχήματος, που λεγόταν «σαυρωτήρας». Η χρησιμότητα της έγκειτο στο να προστατεύεται το άλλο άκρο του δόρατος, καθώς και για να καρφώνεται στο έδαφος όταν δεν χρησιμοποιείτο.

Επιπροσθέτως, στην περίπτωση που κατά την διάρκεια της μάχης και λόγω της σφοδρής πίεσης έσπαγε η λόγχη του δόρατος και ο οπλίτης δεν επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει ακόμα το ξίφος του, ανέστρεφε το δόρυ του και συνέχιζε να πολεμά τον εχθρό με τον «σαυρωτήρα». Ακόμα, η χρησιμότητα του έγκειτο στην θανάτωση των πεσμένων στο έδαφος εχθρών, κατά την προώθηση της φάλαγγας.

Το ξίφος του Σπαρτιάτη οπλίτη, η λεγόμενη «ξυήλη», ήταν σιδερένιο και αμφίκοπο και δεν υπερέβαινε σε μήκος τα εξήντα εκατοστά. Στην ουσία ήταν επικουρικό όπλο και χρησιμοποιείτο αφότου έσπαγε το δόρυ, έτσι ώστε να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί πλέον κατά την διάρκεια της μάχης ή όταν ο χώρος ήταν περιορισμένος. Εξάλλου, στον στενό χώρο της φάλαγγας ένα ξίφος που διατηρούσε την νυκτική του ισχύ και το οποίο θα πλησίαζε, πολλές φορές, το μήκος ενός εγχειριδίου, κρινόταν ως το πλέον ιδανικό. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι οπλίτες υστερούσαν στην ξιφομαχία συγκριτικά με την δορυμαχία. Η λάμα του ξίφους ήταν συνήθως πλατύτερη στο μέσον του μήκους της, έτσι ώστε το βάρος της να συγκεντρώνεται σε αυτό το σημείο, κάνοντας το θλαστικό χτύπημα στον εχθρό ακόμη πιο συντριπτικό. Ωστόσο, το ελληνικό ξίφος χρησιμοποιείτο επίσης και για διατρητικό χτύπημα.

Άλλωστε, είναι γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ειδική τεχνική στην χρήση του ξίφους, προκειμένου να τραυματίσουν ή να σκοτώσουν τον αντίπαλο τους. Σε πλείστες περιπτώσεις αυτός ο αντίπαλος ήταν Έλληνας οπλίτης και δεν υπήρχε ξίφος που θα μπορούσε με άτεχνα δυνατά χτυπήματα να συντρίψει την ορειχάλκινη οπλιτική ασπίδα του. Επιπλέον, ο οπλίτης ήταν καλά προστατευμένος με κράνος και θώρακα διαφόρων τύπων, και ο μόνος τρόπος που ο Έλληνας οπλίτης θα μπορούσε να χτυπήσει με το ξίφος του την σάρκα του ομοεθνούς του αντιπάλου ήταν η ανάπτυξη δεξιότητας στην χρήση του συγκεκριμένου όπλου.

Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειωθεί ότι η ακαμψία και το βάρος του συγκεκριμένου εξοπλισμού, ο οποίος ζύγιζε περί τα τριάντα ένα κιλά, αποτελούσε ως ένα βαθμό μειονέκτημα όσον αφορά στην άνεση και την ευκινησία του οπλίτη.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 109 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.