Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#33]

Ο εξοπλισμός του Σπαρτιάτη οπλίτη

 

Α’ Μέρος

 

Ο οπλιτικός πόλεμος βρήκε την χαρακτηριστικότερη μορφή του στην σπαρτιατική φάλαγγα, στην οποία βασιζόταν κατ’ εξοχήν η στρατιωτική δύναμη της Σπάρτης. Ταυτόχρονα με την καθιέρωση της οπλιτικής φάλαγγας, όμως, διαμορφώθηκε και ο ειδικός εξοπλισμός του Σπαρτιάτη, καθώς και του Έλληνα οπλίτη γενικότερα.

Ο αρχαίος οπλίτης διακρινόταν για τον βαρύ οπλισμό του, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό αποτελούσε η  βαριά ασπίδα, το λεγόμενο «όπλον», από την οποία και έλαβε το όνομα του ο  οπλιτικός πόλεμος, η οπλιτική φάλαγγα και ο οπλίτης.

Η οπλιτική ασπίδα αποτελούσε το πιο ιερό από όλα τα όπλα των Σπαρτιατών και στον αρχαιοελληνικό κόσμο ταυτιζόταν με την τιμή του οπλίτη. Βάσει των άγραφων νόμων της σπαρτιατικής πολιτείας, ο οπλίτης «επιτρεπόταν» να απολέσει οποιοδήποτε άλλο όπλο, όχι όμως αυτό. Έπρεπε, πάση θυσία, μετά την μάχη να επιστέψει με την ασπίδα του: Ζωντανός ή Νεκρός! Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η πασίγνωστη ρήση - εντολή που λεγόταν στον Σπαρτιάτη πολεμιστή από την μητέρα του, όταν εκείνη του παρέδιδε την ασπίδα του για να φύγει για τον πόλεμο: «Ή ταν ή επί τας». Ήταν υποχρεωμένος, δηλαδή, είτε να επιστρέψει νικητής ή το νεκρό του σώμα να κομιστεί πάνω σε αυτή.

Σε περίπτωση λιποψυχίας και φυγής του, ήταν το πρώτο από τα όπλα που θα έπρεπε να εγκαταλείψει, λόγω του βάρους της και της ευκολίας απαλλαγής από αυτήν, επειδή δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια να φορεθεί ή να απομακρυνθεί από το σώμα. Έτσι, η λιποψυχία του οπλίτη αποδεικνυόταν από την απώλεια της ασπίδας του, γεγονός το οποίο αποτελούσε μεγάλη καταισχύνη για τους Έλληνες. Ο οπλίτης που εγκατέλειπε την ασπίδα του αποκαλείτο «ρίψασπις» και αντιμετώπιζε την περιφρόνηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους συμπολίτες του.

Το βασικό υλικό κατασκευής της ήταν ο ορείχαλκος και το σχήμα της ήταν κυκλικό με διάμετρο ενενήντα εκατοστά, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι η εισαγωγή της κυκλικής ασπίδας σηματοδότησε και την αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Η εξωτερική επιφάνεια της ήταν κυρτή, ενώ η εσωτερική ελαφρώς κοίλη, ώστε να καλύπτει το σώμα του οπλίτη από τα γόνατα μέχρι τον ώμο, στον οποίο στηριζόταν κατά τον «ωθισμό».

Το σχήμα της ακολουθούσε τις κινήσεις του χεριού του οπλίτη, επειδή όποια και αν ήταν η κίνηση του βραχίονα ή του πήχη, η κυκλική επιφάνεια περιστρεφόταν γύρω από το κέντρο της, χωρίς να αφήνει με αυτό τον τρόπο ακάλυπτο κάποιο μέρος του κορμού του ή να εμποδίζει το οπτικό του πεδίο.

Η κυρτότητα της εξωτερικής της επιφάνειας αποτελούσε βασικό της χαρακτηριστικό, καθώς ήταν κατασκευασμένη με σκοπό να αποκρούονται σε αυτήν τα χτυπήματα των εχθρικών δοράτων και ξιφών, καθώς και των άλλων βλημάτων, όπως ήταν τα ακόντια και τα βέλη. Ακόμα, η κυρτή επιφάνεια της κατέληγε σε ένα ισχυρό ορειχάλκινο έλασμα, το οποίο της προσέφερε περιμετρική κάλυψη. Αυτός ο ορειχάλκινος περίγυρος ήταν επίπεδος και σε αυτό το στοιχείο πιθανολογείται ότι βρισκόταν η βασική του χρησιμότητα, καθώς λόγω του ότι δεν είχε κλίση, απέτρεπε τις αιχμές των δοράτων και των ξιφών να καταλήξουν στο σώμα του οπλίτη και να τον τραυματίσουν.

Το κοίλο εσωτερικό της ασπίδας αγκάλιαζε τον κορμό του οπλίτη, παρέχοντας του αποτελεσματική προστασία και από τα πλάγια, κάτι το οποίο ήταν απαραίτητο, καθώς κατά την διάρκεια της σύρραξης την κρατούσε σε κάποια απόσταση από το σώμα του, έτσι ώστε να μπορεί να την χειρίζεται με άνεση, τόσο για την απόκρουση των εχθρικών χτυπημάτων, όσο και σαν επιθετικό όπλο. Επίσης, το εσωτερικό γείσο του περίγυρου της ασπίδας τον εξυπηρετούσε σε περιπτώσεις πορείας ή πολύωρης στατικής θέσης, αφού μπορούσε να την κρεμάσει στον ώμο του. Επιπλέον, κατά την διάρκεια της πορείας μπορούσε να την κρεμάσει στην ράχη του από τους τελαμώνες της, δηλαδή τους ιμάντες ανάρτησης (άντυγα).

Ειδικότερα, οι ιμάντες ανάρτησης και οι λαβές στήριξης της ασπίδας βρίσκονταν στο κοίλο εσωτερικό της. Όταν ο οπλίτης πολεμούσε, ο ενισχυμένος ορειχάλκινος πόρπακας κατά μήκος της κεντρικής διαμέτρου της ασπίδας ήταν η υποδοχή για τον βραχίονα του, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε την αντιλαβή με την παλάμη του. Η αντιλαβή ήταν ένας ιμάντας που χρησιμοποιείτο περισσότερο για τον έλεγχο της κίνησης της ασπίδας, ενώ ο πόρπακας κρατούσε το βάρος της. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με αρχαίες πηγές, ο πόρπακας ήταν έτσι σχεδιασμένος ώστε να μπορεί να αφαιρεθεί από την ασπίδα, όταν ο πολεμιστής το επιθυμούσε. Αυτό ήταν ένα μέτρο ασφαλείας από πλευράς των Σπαρτιατών, ώστε σε ενδεχόμενη εξέγερση των ειλώτων να μην είναι δυνατή η χρήση των ασπίδων.

Σε κάποιες περιπτώσεις οι Σπαρτιάτες οπλίτες κρεμούσαν στο κάτω μέρος της ασπίδας τους ένα τεμάχιο από παχύ ύφασμα ή δέρμα, προκειμένου να προστατεύσουν το κάτω μέρος του σώματος τους και τα πόδια τους από τα εχθρικά χτυπήματα, ιδίως στην περίπτωση που δεν φορούσαν θώρακα και περικνημίδες.

Το «επίσημον», δηλαδή το έμβλημα στην εξωτερική επιφάνεια της ασπίδας, ήταν αρχικά προσωπική επιλογή του κατόχου της, καθώς ο κάθε οπλίτης αγόραζε και συντηρούσε μόνος του τον εξοπλισμό του. Το έμβλημα μπορούσε να είναι το σύμβολο της οικογένειας ή του γένους του οπλίτη, ή ακόμα κάποιο τρομακτικό πλάσμα από την μυθολογία. Ενίοτε χρησιμοποιείτο το σύμβολο της πόλης – κράτους του οπλίτη, το οποίο εξακριβώνεται από τα νομίσματα της. Ωστόσο, η συνήθεια αυτή αποτελούσε πρόβλημα αναγνώρισης φίλων και εχθρών κατά την διάρκεια της μάχης, ιδίως στην περίπτωση της ελεύθερης σύρραξης.

Ωστόσο, από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν δηλαδή γενικεύτηκε η τάση του ομοιόμορφου «κρατικού επισήμου» στις ασπίδες, εξαιτίας της δυσκολίας αναγνώρισης των φίλιων οπλιτών στο πεδίο της μάχης, η σπαρτιατική ασπίδα  έφερε επίσημα σαν διακριτικό έμβλημα το γράμμα «Λ». Έτσι,οι αντίπαλοι στρατοί γνώριζαν απευθείας, πλέον,  με ποιους πολεμούσαν. Υπό αυτή την οπτική, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένας ακόμη τρόπος ψυχολογικής πίεσης στον αντίπαλο, που τρομοκρατούνταν γνωρίζοντας ότι πολεμάει με τον καλύτερο στρατό της Ελλάδας. 

Εντούτοις, αποτελεί βασικό μειονέκτημα το γεγονός ότι προσέφερε προστασία μόνο στην αριστερή πλευρά του οπλίτη, αφήνοντας την δεξιά μεριά του σώματος του ακάλυπτη. Ως εκ τούτου, ο Σπαρτιάτης πολεμιστής, υποσυνείδητα, παρέμενε όσο το δυνατόν πλησιέστερα  στον δεξιό του παραστάτη, για να καλύψει με την ασπίδα του το δικό του ακάλυπτο μέρος. 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 126 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.