Πέμπτη, 06 Ιουλίου 2017

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι [#30]

ΣΤ' Μέρος

Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Σπάρτης

 

Ο θεσμός της «Γερουσίας»

 

Μια εκ των σημαντικότερων καινοτομιών που εισήγαγε ο Λυκούργος ήταν και η σύσταση της Γερουσίας. Το πολιτικό σκηνικό της εποχής μέχρι εκείνη την περίοδο ήταν ασταθές. Από την μια παρέκλινε προς το μέρος των βασιλέων με κίνδυνο να μετατραπεί σε τυραννικό καθεστώς και από την άλλη έτεινε προς την πλευρά του λαού με κίνδυνο να μοιάζει με το δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο δεν έχαιρε ιδιαίτερης αναγνώρισης στην πολιτεία της Σπάρτης.

Κατά την εποχή του Λυκούργου το πολιτικό σώμα της Γερουσίας τοποθετήθηκε στο μέσο της πολιτείας, με στόχο την πολιτική ισορροπία και τάξη. Ήταν μια επιτροπή ευγενών και σεβάσμιων γερόντων, με αρμοδιότητα ουσιαστικά την διακυβέρνηση του κράτους. Η θητεία τους ήταν ισόβια και η εκλογή τους γινόταν δια βοής από μια κριτική επιτροπή, η οποία όπως λέγεται κλεινόταν σε ένα οίκημα, δίχως να βλέπει με αυτό τον τρόπο υπέρ τίνος ζητωκραύγαζαν οι πολίτες απ’ έξω. Τα μέλη της Γερουσίας εκλέγονταν με κριτήριο την ηθική τους αρετή και την προσφορά τους στην πόλη – κράτος. Έπειτα από την κλήρωση, οι υποψήφιοι περνούσαν σιωπηρά και οι κριτές σημείωναν μόνο αυτούς για τους οποίους είχαν ακούσει την δυνατότερη βοή.

Εν συνεχεία, ο εκλεγμένος έμπαινε στους ναούς στεφανωμένος, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά υμνούσαν τις αρετές του. Στο συσσίτιο, δε, λάμβανε και δεύτερη μερίδα ως αριστείο, την οποία και προσέφερε στην γυναίκα που τιμούσε περισσότερο.

Τα μέλη της Γερουσίας ήταν είκοσι οχτώ στον αριθμό και άνω των εξήντα ετών ηλικιακά, ώστε να είναι απαλλαγμένοι από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Σε αυτούς προστίθεντο και οι δυο βασιλείς. Συνεδρίαζαν στο βουλευτήριο και η εξουσία της είχε κατά βάση διοικητικό και δικαστικό χαρακτήρα, ενώ κύριο μέλημα της ήταν να συζητά και να επικυρώνει τις αποφάσεις της Απέλλας.

Αργότερα, ωστόσο, με νομοθετική ρύθμιση του βασιλιά Θεοπόμπου περί το 754 π.Χ., τόσο η Γερουσία, όσο και οι βασιλιάδες μπορούσαν να ακυρώνουν όσες αποφάσεις είχαν ληφθεί από την Απέλλα και είχαν θεωρηθεί άστοχες. Τέλος, η Γερουσία είχε στην δικαιοδοσία της την εκδίκαση εγκλημάτων φόνου και εσχάτης προδοσίας.

 

Ο θεσμός των «Πέντε Εφόρων»

 

Επίσης, ασφαλιστική δικλείδα ως προς την μη διατάραξη του πολιτεύματος αποτέλεσε και η καθιέρωση της αρχής των Εφόρων. Κατά την διάρκεια των εκστρατειών οι Έφοροι, όπως είδαμε, ήταν τα «μάτια» της «Ρήτρας» του Λυκούργου, δίχως όμως το δικαίωμα της επεμβάσεως. Βασικό τους μέλημα ήταν να ελέγχουν εάν τηρούνταν οι νόμοι του, αποτελώντας έτσι τον κυριότερο διοικητικό μηχανισμό του σπαρτιατικού κράτους.

Πιο συγκεκριμένα, οι Έφοροι είχαν ετήσια θητεία και δεν επιτρεπόταν η επανεκλογή τους. Στο αξίωμα αυτό δύναται να εκλεγεί από τον λαό όποιος είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα, γεγονός που σήμαινε ότι ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών καταλάμβανε το συγκεκριμένο αξίωμα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακριβή γνώση ούτε για το πότε θεσμοθετήθηκε το σώμα των Πέντε Εφόρων, ούτε πότε απέκτησε περισσότερα δικαιώματα εξουσίας.

Ο πρώτος των εκλεγομένων ήταν ο «επώνυμος» και από αυτόν έπαιρνε το όνομα του το έτος. Το σώμα αποφάσιζε κατά πλειοψηφία, ενώ κάθε Έφορος εκπροσωπούσε και μια κώμη. Σταδιακά, ωστόσο, η εξουσία του συγκεκριμένο σώματος αυξήθηκε, όπως άλλωστε και της Γερουσίας, εις βάρος φυσικά των βασιλικών οίκων.

Οι Έφοροι επόπτευαν και ήλεγχαν τα πάντα. Κάθε μήνα ορκίζονταν μαζί με τους βασιλιάδες, οι μεν ότι θα φρόντιζαν να μην περιορίζεται η βασιλική εξουσία και οι δε ότι θα ασκούσαν την βασιλεία τους χωρίς να περιορίζονται οι νόμοι. Ακόμα, είχαν το δικαίωμα να καλούν ενώπιον της Γερουσίας όχι μόνο τους πολίτες, αλλά και τους βασιλιάδες. Βρίσκονταν σε στενή επαφή με τους στρατηγούς πριν και κατά την διάρκεια του πολέμου, ενώ μπορούσαν να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή, καθώς ακόμη και να τους διαβιβάσουν διαταγές, στις οποίες οι βασιλιάδες ήταν υποχρεωμένοι να υπακούσουν.

Δική τους αρμοδιότητα ήταν η εποπτεία για την τήρηση των νόμων, την ομαλή λειτουργία της διοίκησης, την αγωγή των νέων, την συμπεριφορά των πολιτών και των αρχόντων, καθώς και την διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Σταδιακά απέκτησαν μεγάλη δύναμη και κατά τους κλασσικούς χρόνους ήταν ουσιαστικά οι ρυθμιστές του πολιτεύματος, του νομοθετικού έργου και της εξωτερικής πολιτικής. Είχαν νομοθετικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, που με την πάροδο των ετών ενισχύθηκαν, ασκώντας έλεγχο ακόμη και στους βασιλείς. Επιπλέον, είχαν την ανώτατη εποπτεία της αγοράς, όπου βρισκόταν το «εφορείο».

Όσον αφορά στις στρατιωτικές τους αρμοδιότητες, οι Έφοροι είχαν στην δικαιοδοσία τους την αγωγή των αγοριών, την επιστράτευση, καθώς και την ευθύνη για την κλάση η οποία θα στρατευόταν. Εντούτοις, η δικαστική εξουσία τους περιοριζόταν στα οικονομικής φύσεως ζητήματα του κράτους. Ο έλεγχος τους, όμως, επεκτεινόταν στην ιδιωτική ζωή και στην διαγωγή τόσο των πολιτών, όσο και των βασιλιάδων. Επίσης, διαπραγματεύονταν με τις διπλωματικές αποστολές και εκτόπιζαν τους ξένους με συνοπτικές διαδικασίες, μέσω της λεγόμενης «ξενηλασίας».

Η αυταρχικότητα με την οποία διοικούσαν οφειλόταν στο γεγονός ότι η θητεία τους ήταν ενιαύσια και ότι εκλέγονταν κατά πλειοψηφία. Ωστόσο, μετά την λήξη της θητείας τους όφειλαν να λογοδοτήσουν στους διαδόχους τους για τις πράξεις τους.

 

Ο θεσμός της «Απέλλας»

 

Στο πλαίσιο των νομοθετικών του ρυθμίσεων ο Λυκούργος θέσπισε και την Απέλλα, δηλαδή την συνέλευση των πολιτών στην αρχαία Σπάρτη. Αναφερόταν σε περιοδικές συγκεντρώσεις (λαοσυνάξεις) των Σπαρτιατών ηλικίας άνω των τριάντα ετών, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι οποίοι αν και δεν είχαν το δικαίωμα της ψήφου ή της συζήτησης επί των θεμάτων, τους επιτρεπόταν να τα αποδέχονται ή να τα απορρίπτουν δια βοής.

Ειδικότερα, όλοι οι πολίτες άνω των τριάντα ετών είχαν δικαίωμα να συμμετέχουν στην συνέλευση του λαού, δηλαδή την Απέλλα ή αλλιώς την Εκκλησία του Δήμου. Η Απέλλα συνερχόταν κάθε μήνα, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις επί των προτάσεων που είχαν συζητηθεί προηγουμένως στην Γερουσία, συνεδριάζοντας κάθε πανσέληνο στην ύπαιθρο. Στην ουσία, δηλαδή, ο ρόλος της ήταν να επικυρώνει τις αποφάσεις που λάμβανε η Γερουσία. Ακόμη, όριζαν τον αρχηγό κάθε στρατιάς, εξέλεγαν την Γερουσία, τους Έφορους, τους παιδονόμους και ψήφιζαν νόμους.                                  

Αρχικά προΐσταντο των συνεδριάσεων οι βασιλιάδες και αργότερα η Γερουσία, ενώ τα θέματα για τα οποία καλείτο να αποφασίσει σχετίζονταν με τον πόλεμο και την ειρήνη, την εξωτερική πολιτική, τις σπονδές, την απελευθέρωση των ειλώτων, καθώς και τις δικαστικές έριδες των βασιλικών οίκων. Η ψηφοφορία τελούνταν δια βοής και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, δηλαδή αμφισβητούμενων αποφάσεων, οι ψηφοφόροι χωρίζονταν σε δυο μέρη.

Λέγεται, ωστόσο, ότι από την εποχή του βασιλιά Θεοπόμπου άρχισε να μην είναι υποχρεωτική η ψήφος για όσους είχαν μεγαλύτερη ακίνητη περιουσία. Ακόμη, διαμέσου ιστορικών πηγών φαίνεται ότι κατά την διάρκεια της συνέλευσης μόνο οι βασιλιάδες, οι Έφοροι και η Γερουσία είχαν την δυνατότητα να εκφωνούν λόγους.

Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τυρταίος, στην εποχή του οποίου πιθανολογείται ότι δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμα ο θεσμός των Πέντε Εφόρων, αναφερόμενος σε ένα ποίημα του στην διακυβέρνηση της αρχαίας Σπάρτης, την αποκαλεί «θεόσταλτο δώρο».

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 76 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.