Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Ημέρα Λειτουργίας Μετώπου Νεολαίας

«Η ζωή και το έργο του Μιρτσέα Ελιάντε»

 

Το Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017, κατά την συνάντηση του Μετώπου Νεολαίας πραγματοποιήθηκε ομιλία με θέμα την ζωή και το έργο του Ρουμάνου εθνικιστή Μιρτσέα Ελιάντε (Ηλιάδη), ενός εκ των σημαντικότερων Ευρωπαίων διανοητών του περασμένου αιώνα.

Γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1907 στο Βουκουρέστι, και ήταν υιός του Γκιόργκι Ηλιάδη, αξιωματικού του ρουμανικού στρατού, και της Γιάννας Βασιλέσκου. Τον Αύγουστο του 1916 η πατρίδα του εισέρχεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτιθέμενη στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, αλλά τελικά οι γερμανοβουλγαρικές στρατιές προελαύνουν, καταλαμβάνοντας ακόμα και την πρωτεύουσα της Ρουμανίας, το Βουκουρέστι. Ο Ελιάντε, τότε, σε ηλικία μόλις δέκα ετών και βιώνοντας όλες τις συνθήκες του πολέμου από κοντά, με την πατρίδα του να βρίσκεται υπό κατοχή, καταμαρτυρεί την άμεση αφύπνιση της εθνικής του συνείδησης.

Μετά το τέλος του πολέμου σπούδασε στο Εθνικό Κολέγιο, όπου και συναναστράφηκε με σημαίνοντα, μελλοντικά, στελέχη του Εθνικιστικού Λεγεωναρικού Κινήματος, αλλά και διάφορους, μετέπειτα, Ρουμάνους φιλοσόφους και ιστορικούς. Παράλληλα, έκδηλη υπήρξε και η γοητευτική επίδραση που άσκησε στην σκέψη του η φύση της πατρίδας του, η λαογραφία της, καθώς επίσης και η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, όπως αυτή εκφραζόταν από τον απλό λαό.

Επίσης, απογοητευμένος από την «σχολική καταπίεση» και πεπεισμένος ότι έπρεπε να ασκείται διαρκώς, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με διάφορες ορειβατικές και ναυσιπλοϊκές δραστηριότητες. Παρόλη, όμως, την νεανική παραμέληση των μαθημάτων του, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες, την χημεία, την εντομολογία, τον χριστιανικό αποκρυφισμό, καθώς επίσης και για την λογοτεχνία και την κοινωνική ανθρωπολογία. Αργότερα, προέβη στην εκμάθηση της αγγλικής και της ιταλικής γλώσσας, των περσικών και των εβραϊκών, με το ενδιαφέρον του, έπειτα, να στρέφεται στους σωκρατικούς και στωικούς φιλοσόφους, ενώ στα δεκατέσσερα έτη του δημοσιεύει τις πρώτες του εργασίες με τίτλο «Ο εχθρός του Μεταξοσκώληκα» και «Πως βρήκα την Φιλοσοφική Λίθο».

Οι ακαδημαϊκές του σπουδές ξεκινούν το 1925 στο τμήμα Φιλοσοφίας και Γραμμάτων, από όπου και αποφοιτεί το 1928. Στο ενδιάμεσο πραγματοποιεί πλήθος ταξιδιών (Ιταλία, Αίγυπτο, Ινδίες) γνωρίζοντας σημαντικές προσωπικότητες της διανόησης, όπως ήταν διάφορα μέλη του Ιταλικού Φασιστικού Κόμματος, ο υπαρξιστής, εθνικιστής, φιλόσοφος Νάε Ιονέσκου, ο Μαχάτμα Γκάντι κ.α., και παράλληλα μαθαίνει σανσκριτικά και την βεδική διάλεκτο. Εντούτοις, η ακαδημαϊκή του ενασχόληση διακόπτεται το 1931, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ενώ το 1933 ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του με μια εργασία με αντικείμενο την «Γιόγκα», η οποία μεταφραζόμενη μετέπειτα στα γαλλικά, θα προκαλέσει μεγάλο αντίκτυπο στους ευρωπαϊκούς, ακαδημαϊκούς κύκλους. Το ίδιο έτος νυμφεύεται την Νίνα Μάρες, ενώ το 1936 – 1937 ο φίλος του Νάε Ιονέσκου τον καλεί, τιμητικά, για να τον βοηθήσει στην ακαδημαϊκή διδασκαλία της Μεταφυσικής, όπου και διορίζεται μορφωτικός ακόλουθος και ταξιδεύει στην Οξφόρδη και το Λονδίνο, καταλήγοντας στην Γερμανία και το Λονδίνο.

Εν τω μεταξύ, τα αντιμοντερνιστικά άρθρα του Μιρτσέα Ελιάντε στον ακαδημαϊκό τύπο βρίσκουν όλο και μεγαλύτερη απήχηση στους Ρουμάνους Εθνικιστές, με αποτέλεσμα σύντομα να τον προσεγγίσει ο εκδότης της καθημερινής εφημερίδας «Cuvântul» (Ο Λόγος), στην οποία αρθρογραφεί και ο Νάε Ιονέσκου, ενώ η εφημερίδα σταδιακά γίνεται υποστηρικτής του Εθνικιστικού Κινήματος της Λεγεώνας του Αρχάγγελου Μιχαήλ, δηλαδή της «Σιδηράς Φρουράς», με ηγέτη τον Κορνήλιο Κοντρεάνου. Στο σημείο αυτό, οι επαφές του με τους Λεγεωνάριους θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής του συνείδησης, ενώ άμεσα γοητεύεται από τον επαναστατικό τους ασκητισμό, με αποτέλεσμα την συγγραφική του προσπάθεια με τίτλο «Πνευματικό Οδοιπορικό», πραγματευόμενος την σύνδεση του εθνικιστικού ακτιβισμού και του λατρευτικού πνευματισμού των Λεγεωνάριων. Ταυτόχρονα, όμως, κορυφώνεται και η κριτική του εναντίον του καπιταλισμού, του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού, εξαιτίας της παρατηρούμενης καταστροφής της οικονομίας των ευρωπαϊκών χωρών.

Ακολούθως, το 1936 δέχεται την επιβράβευση της Κοινότητας των Ρουμάνων Συγγραφέων, με το γεγονός αυτό να στέκεται η αφορμή για την απαρχή των πολιτικών διώξεων, καθώς οι χριστιανοδημοκράτες της δεξιάς τον συκοφαντούν, αδίκως, για τα λογοτεχνήματα του «Η Δεσποινίς Χριστίνα» και «Ίζαμπελ και τα Ύδατα του Διαβόλου». Ως συνέπεια χάνει την θέση του στο πανεπιστήμιο, αλλά χιλιάδες εθνικιστές φοιτητές τάσσονται στο πλευρό του. Ο Ελιάντε ξεδιπλώνει την ρητορική του δεινότητα στο δικαστήριο, υπερασπιζόμενος τα έργα του, τα οποία βασίζονταν στην ρουμανική παράδοση, κερδίζοντας, τελικά, ξανά την θέση του δίπλα στον Νάε Ιονέσκου.

Το 1937 δηλώνει δημόσια, πλέον, την απόλυτη υποστήριξη του στον Κορνήλιο Κοντρεάνου, γράφοντας στα επίσημα έντυπα της «Σιδηράς Φρουράς», ενώ λίγο αργότερα εγγράφεται και στην πολιτική της πτέρυγα, το κόμμα «Όλα για την Πατρίδα», συμμετέχοντας στην εκλογική του εκστρατεία στην επαρχία Πραχόβα της Βλαχίας. Ακόμα, ο Μιρτσέα Ελιάντε είναι αυτός που φέρνει σε επαφή τον Ιούλιο Έβολα με τον Κορνήλιο Κοντρεάνου. Η στάση του αυτή οδηγεί στην σύλληψη του, στις 14 Ιουλίου του 1938, όταν ο βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος Β’, διέταξε την καταστολή των δραστηριοτήτων της «Σιδηράς Φρουράς», ενώ αιτία της δίωξης του υπήρξε η στοχοποίηση του από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας, Αρμάντ Καλινέσκου, ως εμπνευστή της προπαγάνδας των Λεγεωνάριων. Επί τρεις ημέρες βρίσκεται στην διοίκηση της κρατικής ασφάλειας, όπου οι αξιωματούχοι της αστυνομίας επιχειρούν, με κάθε μέσο, να τον πείσουν να υπογράψει την αποποίηση και την αποκήρυξη της «Σιδηράς Φρουράς». Ωστόσο, κατόπιν της πεισματώδους άρνησης του μεταφέρεται στον καταυλισμό πολιτικών κρατουμένων στην περιοχή Μιερκουρέα Κιούκ, όπου οι συνθήκες κράτησης είχαν στόχο την φυσική του εξόντωση ή την κάμψη του αγωνιστικού του ηθικού. Από εκεί, εξαιτίας σοβαρών αιμοπτύσεων, μεταφέρεται στην κλινική της πόλης Μοροένι, αλλά τελικά απελευθερώνεται λίγο αργότερα. Εντούτοις, στις 30 Νοεμβρίου του 1938, ο ηγέτης της «Σιδηράς Φρουράς», Κορνήλιος Κοντρεάνου, εκτελείται μαζί με ακόμα δεκατρείς Λεγεωνάριους.

Λίγο μετά την αποφυλάκιση του δημοσιεύει το θεατρικό του έργο «Ιφιγένεια», το οποίο πρόκειται για μια διασκευή της γνωστής αρχαιοελληνικής τραγωδίας «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», στην οποία ο Ελιάντε συμφωνεί, στο ζήτημα της θυσίας, με την θεώρηση του Αισχύλου, παρουσιάζοντας την Ιφιγένεια ως ενσυνείδητο μάρτυρα για το καλό της Πατρίδας. Το συγκεκριμένο έργο, δε, ταυτόχρονα με τους εξαίρετους παραλληλισμούς με την ρουμανική παράδοση, εμπεριέχει σε πάμπολλα εδάφια των διαλόγων του αυτούσιες φράσεις και παραγράφους από τα άρθρα που ο Ελιάντε αφιέρωσε στους ηρωικούς πεσόντες Λεγεωνάριους του Ισπανικού Εμφυλίου, όπως ήταν ο υπαρχηγός της «Σιδηράς Φρουράς» Ίον Μότα και ο Βασίλ Μαρίν, που σκοτώθηκαν στο Μέτωπο της Μαδρίτης τον Ιανουάριο του 1937.

Τον Ιανουάριο του 1939 συλλαμβάνεται και ο Νάε Ιονέσκου, όπου οδηγείται στον ίδιο καταυλισμό. Από εκεί αποφυλακίζεται λίγους μήνες μετά, με σοβαρό καρδιακό πρόβλημα, αλλά αποβιώνει τον Μάρτιο του 1940. Το ίδιο έτος ο Ελιάντε διορίζεται μορφωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά σύντομα οι διπλωματικές σχέσεις διακόπτονται, ενώ στην συνέχεια αποστέλλεται ως σύμβουλος και εκπρόσωπος τύπου της ρουμανικής πρεσβείας στην Πορτογαλία, όπου και τοποθετείται σαν διπλωμάτης του Εθνικού Λεγεωναρικού Κράτους, από την «Σιδηρά Φρουρά», που συγκυβερνούσε με τον Ίον Αντωνέσκου. Τον Ιανουάριο του 1941 ανακοινώνεται η πρεμιέρα της τραγωδίας «Ιφιγένεια», κατά την διάρκεια της Εξέγερσης των Λεγεωνάριων. Ωστόσο, ο στρατηγός Αντωνέσκου, υπό τις διαταγές του παλατιού, αναστείλει τα πολιτικά δικαιώματα των Λεγεωνάριων και κηρύττει παράνομη την «Σιδηρά Φρουρά», με αποτέλεσμα οι Λεγεωνάριοι να εξεγερθούν και το Βουκουρέστι να πνιγεί στο αίμα.

Η δράση του Ελιάντε συνεχίζεται. Ταξιδεύει στην Πορτογαλία, αποκτώντας διασυνδέσεις με την κυβέρνηση των Εθνικιστών, στην Γαλλία, όπου έρχεται σε επαφή με άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες του πνεύματος και της διανόησης, στην Ισπανία,  καθώς επίσης και στην Γερμανία, όπου συναντά τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο και πολιτειολόγο Καρλ Σμίτ. Κατά το τέλος του πολέμου, ωστόσο, η μοίρα του παρουσιάζει κατιούσα πορεία, με την σύζυγο του να αποβιώνει, προσβαλλόμενη από καρκίνο, και τον ίδιο να πέφτει σε βαριά κατάθλιψη εξαιτίας της τροπής των γεγονότων, αναζητώντας τρόπο να επιστρέψει στη Ρουμανία που καταρρέει, «είτε σαν στρατιώτης, είτε σαν μοναχός». Πληροφορούμενος, όμως, ότι ο Κόκκινος Στρατός βρίσκεται στα σύνορα της Ρουμανίας, ο Ελιάντε αποφασίζει να μην επιστρέψει ξανά στην πατρίδα του.

Τον Σεπτέμβριο του 1945 μεταβαίνει στην Γαλλία, όπου ανακτά επαφές με τον Ντυμέζιλ, ο οποίος τον προτείνει για την θέση του καθηγητή θρησκευτικών σπουδών στη Πρακτική Σχολή Ανωτέρων Σπουδών των Παρισίων, ενώ λίγο αργότερα νυμφεύεται, ξανά, την Χριστίνα Κοτέσκου. Παρά την έκβαση του πολέμου, και το γεγονός ότι ο Ελιάντε υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος, το αγωνιστικό του φρόνημα και το ηθικό του παραμένουν άκαμπτα. Έτσι, συνεχίζει να εκφράζεται πολιτικά μέσω του ρουμανόγλωσσου περιοδικού «Luceafărul» (Εωσφόρος), ενώ το 1948 αρθρογραφεί στην εφημερίδα«Critique» (Κριτική). Κατά την διάρκεια του ταξιδίου του στην Ιταλία γράφει την νουβέλα του «Θερινό Όνειρο», ενώ το 1949 συνεργάζεται με τον διάσημο ψυχολόγο Καρλ Γιούνγκ, συμμετέχοντας στα συνέδρια του Κύκλου «Έρανος», όπου και γράφει για το περιοδικό του Ερνστ Γιούνκερ «Ανταίος». Επίσης, μελετάει τις εργασίες του Ρενέ Γκενόν και αλληλογραφεί ξανά με τον Ιούλιο Έβολα, υποστηρίζοντας τις θεωρίες της «Παραδοσιαρχίας».

Έπειτα, το 1956 μετακομίζει στις ΗΠΑ, όπου και εγκαθίσταται στο Σικάγο σαν καθηγητής θρησκειολογίας, ενώ με την συγγραφή του πρώτου τόμου του έργου του «Αιώνια Επιστροφή» προκαλεί μεγάλο αντίκτυπο στους ακαδημαϊκούς κύκλους, το οποίο γίνεται γρήγορα εκδοτική επιτυχία. Ακολούθως, το 1966 ο Ελιάντε γίνεται μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, συνεχίζοντας την συγγραφή βιβλίων συγκριτικής θεολογίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που, όσο διαρκούσε η αυτοεξορία του, το κομμουνιστικό καθεστώς της Ρουμανίας τον είχε κατατάξει στους εχθρούς του, όταν το καθεστώς Τσαουσέσκου απομακρύνθηκε από την αγκάλη της ΕΣΣΔ, επιχείρησε να τον προσεταιριστεί, ανεπιτυχώς όμως.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία έτη οι αναφορές στο παρελθόν του, το οποίο όμως ο Ελιάντε δεν έκρυψε, ούτε αποκήρυξε ποτέ, υπήρξαν όλο και εντονότερες, σε μια προσπάθεια να σπιλωθεί η αυθεντία του. Ο ίδιος, ωστόσο, πάσχοντας από αρθρίτιδα, δεν δύναται να είναι το ίδιο συγγραφικά δραστήριος, με αποτέλεσμα σταδιακά να απομακρυνθεί από τον κόσμο και την ενεργή δράση, ενώ μια μυστηριώδης φωτιά καταστρέφει ένα μέρος του γραφείου που μελετούσε. Λίγο πιο μετά υπέστη εγκεφαλικό, χάνοντας την ικανότητα να συνομιλεί, για να αποβιώσει οκτώ ημέρες αργότερα, στις 22 Απριλίου του 1986.

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 102 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.