Κυριακή, 08 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Μαχητής της Αυγής [#5]

ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙ

ΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣΤΗΣ ΦΥΛΗΣ

 
 

Η Νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στον ολόλαμπρο Ήλιο. Το Έρεβος υποχωρούσε στις πρώτες ακτίνες της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.Οιωνός για τις αιματηρές μονομαχίες που θα ξετυλίγονταν λίγες στιγμές αργότερα, όπου οι οπλισμένοι δούλοι του Μεγάλου Βασιλιά με τα καλυμμένα και σκοτεινά πρόσωπα θα υποχωρούσαν στα πρώτα φονικά σκιρτήματα των κονταριών της Φάλαγγας που έλαμπε ως ο Ήλιος καθώς οι ακτίνες του αντανακλούσαν στο πεδίο της μάχης πάνω στις ασπίδες των Δεινών Γιων της Λακεδαίμονας.Τις ασπίδες με το σημείο του αρχικού γράμματος της Σιδερένιας Πολιτείας που έπαιρναν στα χέρια τους καθώς αναχωρούσαν για τη μάχη με την ευχή: Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ.
 

 
 
Ο Άγις, ήταν ένας από τους τριακόσιους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Μαχόταν πλέον με γυμνά χέρια. Η ασπίδα του είχε καταστραφεί ολοσχερώς καθώς απέκρουσε εκατοντάδες χτυπήματα των εχθρών. Άλλωστε, η σύγκρουση στην ύστατη φάση της μάχης των Θερμοπυλών διεξαγόταν με τον αρχαίο ομηρικό τρόπο. Οι Σπαρτιάτες πολεμούσαν ως μονάδες έχοντας να αντιμετωπίσει ο καθένας τους πολλές φορές είκοσι και πλέον Βαρβάρους. Το ξίφος του Άγη, είχε στομώσει και σπάσει.Το κοντάρι είχε μείνει καρφωμένο πάνω στο κουφάρι ενός Αθάνατου. 
 
Ένιωσε ξαφνικά την κρύα λεπίδα από το βαρβαρικό ξίφος να σφηνώνει στην περικεφαλαία του. Η αιχμή του ακινάκη, διαπέρασε το μέταλλο του κράνους του και ίσα που έσκισε το δέρμα στο μέτωπο του. Ο Βάρβαρος, χωρίς να έχει προετοιμαστεί να καταφέρει κι άλλο χτύπημα, βέβαιος μες στην αλαζονεία του πως ένα και μόνο θα επαρκούσε για να αποτελειώσει τον απεχθή αντίπαλό του, έχασε πολύτιμο χρόνο καθώς προσπαθούσε να τραβήξει το κοντάρι από το σώμα του νεκρού Πέρση. Χρόνος πολύτιμος για το Σπαρτιάτη που άδραξε την ευκαιρία μαζί με το λαιμό του αξιωματικού του Μεγάλου Βασιλιά που στόλιζε χρυσό περιδέραιο. Ο Άγης, τεντώνοντας το χέρι του, εφάρμοσε ταυτόχρονα τεχνική ρίψης όπως διδάσκονταν οι νεαροί βλαστοί της Σπάρτης στην πάλη από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Αγωγής. Η λαβή του, έσφιγγε σαν μέγγενη το γιγαντόσωμο μα τρυφηλό  χρυσοφόρο άνδρα της Ανατολής που σε λίγο κείτονταν νεκρός πάνω στην Ιερή Γη των Θερμοπυλών. 
 

Το αίμα από το σκισμένο δέρμα πλημμύρισε το πρόσωπο τουΣπαρτιάτη και έβαψε τις παραγναθίδες της περικεφαλαίας του καθώς τράβηξε το βαρβαρικό ξίφος. Στη θέα του αίματος, οι βάρβαροι αναθάρρησαν και χίμηξαν με μεγαλύτερη ορμή. Ο Λακεδαιμόνιος μαχόταν μαινόμενος ως λέοντας που υπερασπίζεται τη λεία, το λημέρι και τα μικρά του ενάντια σε αγέλη από αποκρουστικές και μοχθηρές ύαινες Απέφυγε επιδέξια το τίναγμα του μικρού βαρβαρικού κονταριού από το αριστερά του. Με το αριστερό του χέρι έπιασε το κοντάρι και τράβηξε με δύναμη. Ο βάρβαρος έπεσε μπρούμυτα στη γη χτυπώντας το κεφάλι του που τον έκανε να παραμείνει αδρανής τόσο όσο χρειαζόταν ο Άγης για να σηκώσει και να καρφώσει τον ακινάκη στο κεφάλι του σκοτώνοντας τον. Ο μάλλινος σκούφος του Ασιάτη δεν επαρκούσε για να τον προστατέψει από το φονικό χτύπημα. Ο Σπαρτιάτης οπλίστηκε με το μικρό μα καλά ακονισμένο βάρβαρο κοντάρι. Οι επόμενοι πέντε δούλοι του Μεγάλου Βασιλιά που τον πλησίασαν πλήρωσαν με τη ζωή τους το θράσος τους.

Σε λίγο όμως, οι Λιγοστοί Έλληνες, θα κείτονταν νεκροί καθώς οι Βάρβαροι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον παραδοσιακό τρόπομάχεσθαι της Ανατολής. Τον παραδοσιακό τρόπο που μάχονται οι δειλοί εξαπολύοντας βέλη με τα τόξα τους από ασφαλή απόσταση. Ακόμα και με τη βοήθεια του Προδότη Εφιάλτη, δεν ήταν άξιοι να υποτάξουν τους Περήφανους Υπερασπιστές της Τιμής και του Αίματος της Ελληνικής Φυλής και Γης. Οι οπλισμένοι δούλοι που είχαν διαταχθεί να αφοπλίσουν και να οδηγήσουν με αλυσίδες μπρος στο Μεγάλο Βασιλιά του πολυφυλετικού κράτους τους "τρελούς" και αυθάδεις Έλληνες για να τον προσκυνήσουν ήταν αδύνατον να νικήσουν εκ του συστάδην τους άνδρες που πολεμούσαν σα δαίμονες και θαρρείς πως τους προστάτευε από το θάνατο η Λεοντή του Τρομερού Προγόνου τους, του Ηρακλή. Η πολεμική τέχνη, η Πειθαρχία, η στρατιωτική εκπαίδευση καιπροπαντώς το φρόνημα των Ελλήνων τους καθιστούσε Άτρωτους και Ανίκητους ώστε  τα βάρβαρα στίφη υποχωρούσαν συνεχώς στη θέα και μόνο πολλές φορές των αρειμάνιων πολεμιστών. Είχαν κατορθώσει να φτάσουν μέχρι τη σκηνή του Μεγάλου Βασιλιά τις προηγούμενες μέρες. Οι Πέρσες έπρεπε να χτυπήσουν με εκηβόλαόπλα. 

 

 

Γύρω από το Νεκρό Σώμα του Βασιλιά της Σπάρτης, του Λεωνίδα, είχε χυθεί το περισότερο αίμα. Φόρος βαρύς. Ο Λεωνίδας γνώριζε πως βαδίζει προς βέβαιο θάνατο και δεν ήθελε να στερήσει πολύτιμους στρατιώτες της Σπάρτης που θα αγωνίζονταν αργότερο με περισσότερη δύναμη ενάντια σε αυτούς που ήρθαν να αρπάξουν "γη και ύδωρ". Γι' αυτό και όταν οι Έφροι τον ρώτησαν πριν ξεκινήσει γιατί βαδίζει με τόσους λίγους στις Θερμοπύλες. Εκείνος, απάντησε:"πως δε χρειάζονται άλλοι για εκεί που βαδίζουμε". Όταν τον ρώτησαν μήπως επιδιώκει κάτι άλλο στις Θερμοπύλες από το να εμποδίσει τους Βαρβάρους να περάσουν τότε, ο Μεγάλος Λεωνίδας επάντησε: πως αυτός είναι ο λόγος. Στην πράξη όμως για να πεθάνουμε ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
 

 

Σύντροφοι στη ζωή. Σύντροφοι στη μάχη. Σύντροφοι στον Άδη, όπου θα δειπνούσαν. Ο μάντης Μεγιστίας, είχε φανερώσει διαβάζοντας τα σημεία από τη θυσία. Ο Λεωνίδας, Πιστός στο Δελφικό Όνειρο, θυσιάζει τη ζωή του για να σωθεί η Σπάρτη και η Ελλάς. 
 


 

 

Ο Ξέρξης μετά τη μάχη, δίχως ίχνος ανδρισμού, διατάζει να αποκεφαλίσουν το σώμα του Λεωνίδα και καρφώνει το κεφάλι του σε πάσσαλο που τοποθετεί στην κεφαλή της πορείας του στρατού για παραδειγματισμό. Όμως, ο Λεωνίδας, ακόμα και Νεκρός Εκδικείται και Νικά. Όχι, για την προσβολή και τον ατιμασμό που δέχτηκε το σώμα του, μα για όσα δεινά, για όσες καταστροφές και όσα ανόσια διέπραξαν οι Βάρβαροι στους Έλληνες. Ο Λεωνίδας, πολεμώντας και προσφέροντας τη ζωή του γίνεται όργανο τηςΝεμέσεως. Της τρομερής Θεάς της Εκδίκησης. Γίνεται Στοιχειό. 
 

 

 
 
Όσοι έχουν βρεθεί σιμά στον Ανδριάντα, την ώρα που δύει ο Ήλιος, νιώθουν το Φάσμα του να πλανιέται ακόμα στον Ιερό τόπο των Θερμοπυλών. Βήμα αργό από την αρματωσιά. Βήμα στιβαρό που μαρτυρά τη Θέληση για Νίκη. Όσοι "τοις κείνων ρήμασιπειθόμενοι", βαδίζουν ιχνηλατώντας τον Τρανό Πρόγονο και φυλάν Θερμοπύλες ακούν το Λεωνίδα που πάλλει το Δόρυ να φωνάζει με φωνή  πιο δυνατή από του Στέντωρα να αναρριχά ακόμα και τους άψυχους βράχους:
 
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο Μαχητής της Αυγής [#6] Ο Μαχητής της Αυγής [#4] »

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 24 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.